τίτλοι τέλους

ΟΙ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΗ ήταν το τελευταίο κείμενο που δημοσιεύθηκε στη ΣΧΕΔΙΑ Δεκεμβρίου 2018. Μετά από 6 χρόνια και 65 τεύχη έφτασε η ώρα, να σταματήσω. Ως εδώ ήταν φίλοι. Εγώ αποβιβάστηκα. Η ΣΧΕΔΙΑ θα συνεχίσει το ταξίδι της.  Για μένα, ως τώρα, ήταν ένα ταξίδι που απόλαυσα, με ανθρώπους που εκτιμώ και συμπαθώ πολύ.

Advertisements

Εκδροµείς στον πλανήτη Γη

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 65 – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2018

 

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

 

 

Περίληψη των προηγουµένων: Για λόγους, που ένας Θεός ξέρει, σας σηµάδεψε µε τη Μεγάλη Σφεντόνα, και λάβατε το µήνυµά Του που σας αποκάλυψε ότι είστε ένας από τους πολλούς εκλεκτούς, οι οποίοι θα γνωρίσουν από πρώτο χέρι το πόσο σύντομη µπορεί να είναι η ζωή. Σας οδήγησαν αναποφεύκτως σε εφηµερεύον νοσοκοµείο. Μην ανησυχείτε, για δυο λόγους:
Πρώτον, η ζωή έτσι κι αλλιώς είναι σύντοµη, και µεταξύ µας δεν φαίνεται ν’ αξίζει και τόσο όσο αφήνει να εννοηθεί το διαφηµιστικό της προσπέκτους.
Δεύτερον, ευτυχώς βρίσκεστε σ’ ένα νοσοκοµείο όπου έµπειροι επιστήµονες θα παλέψουν για σας ενάντια στις στρατιές των µικροβίων και όλων των ανίερων συµµάχων τους, για να σας αποδώσουν στην κοινωνία χρήσιµο και παραγωγικό. Εκτός φυσικά και αν πέσετε σε άσχετους, ανίκανους, ανεύθυνους, αφηρηµένους, νευρικούς, αγχωµένους, απογοητευµένους, απατηµένους…

Είστε στο νοσοκοµείο και ο ασφαλιστικός σας φορέας με μεγάλη στενοχώρια συµφωνεί να σας καλύψει…
Παρ’ όλο που σας διαβεβαιώσαµε για την έλλειψη άλλης επιλογής, δεν είναι αργά να σας πληροφορήσουµε ότι υπάρχει εναλλακτική λύση: Το έχουν πει πολλάκις στη τηλεόραση µε πολλή πειστικότητα, και υπάρχουν πάντα αδιάψευστες µαρτυρίες για την αποτελεσµατικότητά της: η πίστη σώζει, και η ορθοδοξία µας έχει µια σπουδαία συλλογή από θαυµατουργές εικόνες. Μπορείτε να τάξετε λαµπάδα στη χάρη της, να προσκυνήσετε ευσεβώς, να πείτε ενδεχοµένως πολλά πατερηµών και να περιµένετε τη θεία επέµβαση. Παράλυτοι περπάτησαν, τυφλοί ανέβλεψαν, ανεγκέφαλοι έγιναν υπουργοί. Αρκεί να μην κωλύεστε. Αν είστε στη µαύρη λίστα τού Εκκλησιαστικού Τειρεσία, έχετε ελάχιστες ελπίδες. Και με την προϋπόθεση βεβαίως ότι δεν έχετε αφοριστεί από τον πατέρα και δέσποτα Αμβρόσιο. Αν είστε γκέι ή συριζαίος, φυσικά ξεχάστε το, δεν έχετε πιθανότητες. Όλα αυτά τα αναφέρουµε για λόγους δεοντολογίας. Να γνωρίζετε τις επιλογές σας. Αν όµως επιλέξατε ήδη, πρέπει να σας πούµε ότι κάνατε πολύ καλή επιλογή. Αυτό που χρειάζεστε τώρα είναι και πολλή τύχη. Και σας την ευχόµαστε.

Εντάξει, κάνατε κι εσείς τη συνήθη επιλογή. Είστε στην επικράτεια του Ιπποκράτη τώρα και των ορκισµένων του οπαδών. Να σας πληροφορήσουμε για μια κατάσταση ελαφρώς σχιζοφρενική, το φαινόμενο του σπάγκου, που ενδεχομένως μπορεί να σας συμβεί στη διάρκεια της αρχικής σας εισόδου στο νοσοκομείο. Όσο είσαι οριζοντιωμένος και πολλοί άνθρωποι µε άσπρες µπλούζες σε τριγυρίζουν, έχεις την ισχυρή πεποίθηση πως αυτός ο ξαπλωµένος σού είναι πολύ οικείος, παρ’ όλο που δεν είσαι απολύτως ικανοποιηµένος που συγκατοικείς µαζί του στο ίδιο σώµα (το οποίο παρεμπιπτόντως θα το προτιµούσες πιο ψηλό, πιο λεπτό, πιο καλοσχηµατισµένο, γενικώς ένα καλύτερο πακετάρισµα των εξαιρετικών ψυχικών προσόντων σου).
Εσύ ο ίδιος, λοιπόν, ο αυθεντικός ίδιος, βρίσκεσαι κάπου ψηλά. Και παρακολουθείς από εκεί µε οξύνοια τα διαδραµατιζόµενα. Βεβαιώνεσαι, λοιπόν, για δυο πράγµατα: Το ένα είναι ότι οι µισοί γνωρίζουν τι πράττουν και οι άλλοι µισοί προσποιούνται ότι γνωρίζουν τι πράττουν.
Το δεύτερο είναι ότι ο ξαπλωµένος κρατάει ένα σπάγκο, την άλλη άκρη τού οποίου κρατάς εσύ ο ιπτάµενος ψηλά, µετανιώνοντας για πολλά και διάφορα που δεν πρόλαβες να πράξεις και προσευχόµενος να µην αφήσει ο ξαπλωµένος τον σπάγκο να του φύγει.
Παραλλήλως, σκέπτεσαι για διάφορα ασήµαντα, και κυρίως για την τροµακτική σου επιθυµία να είσαι κάποιος άλλος.
Τελικώς, όλα πάνε καλά, κι εσύ κατεβαίνεις από ψηλά, µπαίνεις στον ξαπλωµένο εαυτό σου και, αν είστε τυχεροί και υπάρχει διαθέσιμο κρεβάτι, και οι δυο µαζί οδεύετε προς την Εντατική, περνώντας µέσα από άπειρο αριθµό διαδρόµων για να σας δουν και να παραδειγµατιστούν συνωστιζόµενοι ασθενείς και συγγενείς.

Η Εντατική είναι ένα προνοµιούχο µέρος τού νοσοκοµείου. Δεν έχει µεγάλη σχέση µε τους θορυβώδεις, συνωστισµένους διαδρόµους των εξωτερικών ιατρείων ή τους πυκνοκατοικηµένους θαλάµους τού νοσοκοµείου.
Εδώ είσαι προνοµιούχος πολεµιστής στην πρώτη γραµµή τής µάχης, παρασηµοφορηµένος µε σωληνάκια και ορούς, καθετήρες και ουροσυλλέκτες. Μην το δένετε κόμπο ότι θα είστε από τους τυχερούς που βρίσκουν κρεβάτι στην εντατική. Το πιο πιθανό είναι να βρεθείτε σε ένα από τα κοινά δωμάτια του νοσοκομείου και υπάρχει και σοβαρό ενδεχόμενο να παραμείνετε στο διάδρομο για κάποια ώρα. Πάντως, ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος που νοσηλεύθηκε πριν μερικά χρόνια, δήλωσε εμβριθώς πως «στην Εντατική είσαι µόνος». Δεν είναι µια γενική αλήθεια. Ορισµένοι νιώθουν ότι έχουν τον Θεό δίπλα τους, και µερικοί άλλοι δήλωσαν ότι έβλεπαν γιγαντιαία χάµπουργκερ να περιφέρονται στο δωµάτιό τους. Αλλά όλα αυτά δεν κατέστη δυνατόν να επιβεβαιωθούν, γι’ αυτό τα αναφέρουμε µε επιφύλαξη.
Φυσικά, είστε ακόμη στην αρχή. Μετά από μια σύντομη ή μακρά διαδρομή πολλαπλών εξετάσεων θα φτάσετε στην κορυφαία στιγμή της καριέρας σας ως ασθενής: στο χειρουργικό τραπέζι.
Υπογράψατε ότι γνωρίζετε τους κινδύνους και ότι οι γιατροί σας δεν φέρνουν καμιά ευθύνη για τη δική σας ανευθυνότητα να τ’ αφήνετε όλα για την τελευταία στιγμή.
Μην ανησυχείτε. Οι πιθανότητες να επιζήσετε είναι µεγάλες.
Σκεφθείτε πως αυτός ο άνθρωπος που θα σας χειρουργήσει έχει σπουδάσει χρόνια και χρόνια, έχει τεµαχίσει αναρίθµητα πτώµατα, έχει αντέξει ατέλειωτες εφηµερίες, έχει τσακωθεί µε τη γυναίκα του, τον έχει εξαπατήσει ο µπατζανάκης του, έχει πιει πολλούς καφέδες, το τρέµουλο στο δεξί του χέρι τον πιάνει σπανίως, κι ακόµη σπανιότερα έχει κρίσεις υστερίας, κλειστοφοβίας, ευθυνοφοβίας, ενώ ελάχιστες φορές πανικοβάλλεται…
Εν πάση περιπτώσει, όταν σας πάνε στο χειρουργείο ή θα πρέπει να βάλετε τις φωνές ωσότου κάποιος σας κοπανήσει στο κεφάλι µε γεµάτο ορό τού ενός λίτρου ή κρατάτε εθελοντικά την ψυχραιµία σας. Η δεύτερη, γενικά, είναι καλύτερη λύση.
Κατά κανόνα, θα σας κεράσουν ενδοφλεβίως πεντοθάλ, πράγµα που σας οδηγεί σε κατάσταση ελαφριάς ευδαιµονίας, όπου γίνεστε γλάρος που θέλει να πετάξει ψηλά και ν’ αποµακρυνθεί από τη χωµατερή µε τους υπόλοιπους γλάρους…
Γενικώς, θα πρέπει να λάβετε υπόψη πως για µερικές ώρες θα είστε σε κατάσταση πλήρους αναισθησίας, στο έλεος µιας οµάδας ανθρώπων για τους οποίους οι συνήθεις κατηγορίες είναι ότι είναι αναίσθητοι στον ανθρώπινο πόνο, υπερφίαλοι και πολύ συχνά χρηµατιζόµενοι. Όµως, εσείς µη σκέφτεστε για τους γιατρούς σας έτσι. Σκεφθείτε τους σαν έξυπνους, καλλιεργηµένους, µορφωµένους ανθρώπους, ικανούς, έµπειρους επαγγελµατίες που νοιάζονται να σας κάνουν καλά, γιατί υπολείπονται στις στατιστικές επιτυχίας από ανταγωνιστικά νοσοκοµεία.

Μια σηµαντική διευκρίνηση που πρέπει να ‘χει στο µυαλό του κάθε εισερχόµενος οριζοντίως σε νοσοκοµείο είναι ότι η έννοια ασθενής είναι προσωρινή ιδιότητα και ο χρόνος παραµονής µπορεί να ποικίλλει, αλλά δεν είναι ανεξάντλητος.
Είτε όρθιος είτε τελεσιδίκως οριζόντιος, ο ασθενής θα αποχωρήσει από ‘κει µέσα σε εύλογο χρονικό διάστηµα.
Μια νοσοκόµα, όµως, είναι ισόβια καταδικασµένη να µείνει.
Αυτό το στοιχείο έχει διαµορφώσει βασικούς τοµείς τού χαρακτήρα τους. Και εξηγεί µε ευκρινή τρόπο τον ανταγωνισµό που διατηρούν απέναντι στους ασθενείς.
Λάβετε υπόψη ότι οι περισσότερες από τις νοσηλεύτριές σας δεν είχαν σκοπό να καταλήξουν εκεί. Θα προτιμούσαν να γίνουν οτιδήποτε άλλο, αλλά ατύχησαν στις εξετάσεις, και οι βαθμοί που συγκέντρωσαν επαρκούσαν μόνο για τα ΤΕΙ ιατρικών επαγγελµάτων.
Τι τις ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα; Να δουλεύουν . Έχουν άθλια ωράρια, ανυπόφορες προϊσταµένες, εκνευριστικούς γιατρούς… Και το χειρότερο απ’ όλα: Πρέπει να δείχνουν απέραντη υποµονή σε κάθε ιδιοτροπία ασθενών που επιµένουν να χτυπούν το κουδούνι, ενώ είναι φανερό πως δεν υπάρχει καµία περίπτωση να τους δώσει κανείς σηµασία.
Αλλά, όµως, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι όσες δεν είναι στρίγγλες πολυετούς βαριεστηµένης καριέρας, είναι γλυκές, επιθυµητές, και μοσχοβολούν στην αρχή της βάρδιας τους µέσα στις φρεσκοπλυµένες στολές τους…
Υπάρχει ένα µεγάλο πλήθος γιατρών υπό εξάσκηση, που περιφέρονται στα νοσοκοµεία µε απίστευτη έφεση για απόκτηση γνώσεων. Θα τους συναντήσετε πρωινές ώρες να περιφέρονται αγεληδόν µε επικεφαλής συντονιστή διευθυντή. Μεσηµβρινές, απογευµατινές, πιθανές κι απίθανες ώρες επιδράµουν κατά µόνας ή ανά ζεύγη, για να σου ζητήσουν να βήξεις, να ανασάνεις βαθιά…
Θα σε ζουλήξουν, θα σε τεντώσουν, θα σε δακτυλοπρωκτοσκοπήσουν και θα σου ζητήσουν για µια ακόµη φορά να µάθουν πώς τό ‘παθες.
Ορισµένοι έχουν έµµονες ιδέες. Προσέξτε τους. Είναι επικίνδυνοι. Επιµένουν να σε ρωτούν για πολλοστή φορά αν έχεις µαύρα µικρά κακά. Είναι µονοµανείς, έτοιµοι να βγάλουν τα δικά τους συµπεράσµατα και κυρίως επιθυµούν να έχετε µια διαφορετική αρρώστια απ’ αυτήν που έχετε. Είναι επικίνδυνοι. Ίσως όχι τόσο επικίνδυνοι όσο η επόµενη κατηγορία νοσοκοµειακού είδους, οι συγγενείς.

Υπάρχουν ανεξάντλητες ποσότητες από αυτό το είδος που γεµίζουν κάθε πιθανή κι απίθανη ώρα τούς θαλάµους των νοσοκοµείων, κάνοντας κατά κανόνα την ίδια εξαντλητική ερώτηση:
«Πώς είσαι, καλά;»
Και παρόλο που συχνά η απάντηση είναι «Γκλρρρρρουδ!» αυτοί επιµένουν να σε βεβαιώνουν:
«Μπράβο, µπράβο! Ποτέ δεν ήσουν καλύτερα!»
Οι συγγενείς χωρίζονται σε δύο τάσεις.
Στους οµιλητικούς και στους σιωπηλούς.
Οι οµιλητικοί έχουν την αγωνία µήπως παραλείψουν κάποιο θέµα ουσιώδους ενδιαφέροντος και δεν σου το αναφέρουν ή µήπως δεν εκφράσουν πειστικά την άποψή τους για τους ταξιτζήδες, το κυκλοφοριακό, τον καιρό, την κυβέρνηση, τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τους Σκοπιανούς, ή το Survivor. Και παραλλήλως, φροντίζουν να µιλούν αρκετά δυνατά για να ενηµερώνουν και τα διπλανά κρεβάτια.
Οι σιωπηλοί είναι κυρίως νέοι, απροθύµως προσελθόντες, και κάθονται µε ύφος προσφάτως χαροκαµένης χήρας, αναµένοντας τη λήξη της δοκιµασίας.
Κατά κανόνα και κατά µέσο όρο, σ’ ένα θάλαµο νοσοκοµείου η αναλογία επισκεπτών συγγενών προς τους αρρώστους είναι υπερδιπλάσια, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που µπορείς ν’ αρρωστήσεις σοβαρά από την επίµονη κι ανεπιθύµητη γειτνίαση µαζί τους. Και, βεβαίως, εκτός από φορείς αταξινόµητων µικροβίων είναι και αµείλικτοι εκτελεστές των ωρών κοινής ησυχίας. Ένας ασθενής, παρόλο που πρακτικά βρίσκεται τις περισσότερες ώρες ξαπλωµένος στο κρεβάτι του, κοιµάται λιγότερο από έναν υγιή.
Επιτέλους. Επιτέλους έφτασε η στιγμή του αποχαιρετισμού. Ο επόμενος χρήστης του κρεβατιού σου περιµένει ήδη µε θλιµµένα µάτια σε φορείο στο διάδροµο.
Μια τελευταία παρατήρηση: Όταν πάρετε το εξιτήριο σας, δείξτε ψυχραιµία. Μην αρχίσετε να φτύνετε. Μην αναφερθείτε προσωπικά στον µάγειρα και στα αναρίθµητα καχεκτικά κοτόπουλα που σας τάισαν. Να θυµάστε πως, αν µπήκατε µια φορά στο νοσοκοµείο, αργά η γρήγορα θα ξαναγυρίσετε. Όπως ο δολοφόνος στον τόπο τού εγκλήµατος. Στην περίπτωσή σας, βεβαίως, εσείς είστε απλώς το θύµα.
Στο σηµείο αυτό έχετε πλέον το δικαίωµα να κάνετε µία ερώτηση. Ρωτήστε τον θεράποντα ιατρό σας αν πρέπει να χρησιµοποιείτε κάρτα απεριορίστων διαδροµών για τις µετακινήσεις σας ή αν πρέπει να αγοράζετε τα απλά εισιτήρια. Αν γελάσει, θα ξέρετε τουλάχιστον πως έχει χιούµορ.
Αν φανεί ότι το σκέπτεται, προτιµήστε τα απλά εισιτήρια και παρηγορηθείτε πως όλοι µας είµαστε περαστικοί σ’ αυτόν τον κόσµο. Εκδροµείς στον πλανήτη Γη.

 

 

Η µεγάλη σφεντόνα

 
 

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 64 – ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2018

 

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

 

Ο παπάς τής ενορίας µας, ο παπα-Λάµπρος µε τ’ όνοµα, είχε µια πολύ ιδιαίτερη θεωρία για τις αρρώστιες, που την υπερασπιζόταν εξαιρετικά πειστικά. Δήλωνε µε µεγάλη βεβαιότητα ότι είναι το σηµάδι τού θεού για τις αµαρτίες µας. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα μπορούσες να τον αντικρούσεις με πειστικά επιχειρήματα (πράγμα που επιχείρησε ανεπιτυχώς ο καημένος ο κύριος Θωμάς, ο γηραιός οικογενειακός ιατρός μας), δεδοµένου ότι ο παπα-Λάµπρος εκτός από πολύ εύθικτος τύπος είχε και ένα βαρύ χέρι σαν προέκταση του βασικού όγκου των 150 κιλών του. Με δεδοµένη αυτή τη θεωρία, ελλείψει αντιλόγου, είχε ισχυρούς λόγους ν’ ανησυχεί µέγα µέρος των ενοριτών, δεδοµένου ότι ο κατάλογος των αναγνωρισµένων αµαρτιών ήταν ευρύτατος, της λαιµαργίας και του αυνανισµού συµπεριλαµβανοµένων. Στατιστικά δεν υπήρχε τρόπος να γλιτώσεις. Αργά ή γρήγορα ο θεός θα σου ‘στελνε το σηµάδι του. Απλώς έπρεπε να περιµένεις στην ουρά.

Μ’ αυτή την αγωνία τού θεϊκού µηνύµατος µεγάλωσα και σε περιστασιακούς εφιάλτες µου ο θεός γινόταν ένας µνησίκακος, κακότροπος γέρος που παραµόνευε µε µια γιγαντιαία σφεντόνα να µε σηµαδέψει. Το καλό ήταν ότι στον ονειρόχρονό µου τη γλίτωνα. Σε πραγµατικό χρόνο δεν στάθηκα τόσο τυχερός.
Έκτοτε, η επιστήµη έχει κάνει τεράστιες προόδους από την εποχή τού παπα-Λάµπρου και η άγνοια µας σε βασικά ερωτήµατα έχει µεγαλώσει αναλόγως. Ωστόσο, το µεγάλο φιλοσοφικό ερώτηµα παραµένει, ποιος και µε ποιο κριτήριο µοιράζει τις αρρώστιες στον κόσµο, γιατί παθαίνει καρκίνο τού πνεύµονα ο άκαπνος και κίρρωση του ήπατος ο απότιστος, γιατί νέοι, έξυπνοι, καλοί άνθρωποι φεύγουν και κακόψυχοι γέροι δεν παθαίνουν ούτε συνάχι; Αν λάβουµε υπόψη ότι η συχνότερη επίκληση πλήθους παθόντων είναι η κλασική και αναπάντητη ερώτηση «γιατί εµένα, θεέ µου, και όχι τον Πάγκαλο;» θα πρέπει να παραµείνουµε στη θεωρία της ακατανόητης θεϊκής βούλησης ως βολικής απάντησης, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να διερευνήσει τηλεοπτικά το θέµα η Τατιάνα (ή άλλος αρμόδιος φορέας) µε ανυπολόγιστες πιθανές ζηµίες για τον µέσο κοινό νου. Εξάλλου, η θεωρία έχει υποστηριχτεί και από έναν µέγα στιχουργό, τον Νίκο Γκάτσο, ο οποίος έχει δηλώσει ποιητικώς «Έβαλε ο Θεός σηµάδι παλικάρι στα Σφακιά», και ο στίχος τραγουδισµένος µε τον σπαραγµό τού Νίκου Ξυλούρη δεν σ’ αφήνει περιθώρια λογικής αµφιβολίας.

Όπως και να ‘ναι, το πρώτο πράγµα που πρέπει να κάνει κανείς όταν διαπιστώσει ότι είναι σηµαδεµένος, είναι ένσταση στο κοντινότερο νοσοκοµείο. Εκεί υπάρχουν διακεκριμένοι και µη επιστήµονες, όχι πάντα πρόθυμοι να σε εξυπηρετήσουν. Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι θα καταφέρεις να κλείσεις ραντεβού. Αν είστε κι εσείς οπαδός της δωρεάν περίθαλψης, οπλιστείτε με υπομονή. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύατε όταν αποφασίσατε να σηκώσετε το ακουστικό. Όταν ζητάς πρωινό ραντεβού, κάποιος, κάπου, γελάει σαρδόνια. Η ηλεκτρονική φωνή του 1535 σου απαντάει απαθώς ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο ραντεβού στο γιατρό ή στην κλινική που ζητάτε και αν δεν θέλετε κάτι άλλο, ξαναπάρτε μας τον άλλο μήνα. Και αν, παρ’ ελπίδα, νικήσεις το σύστημα, και καταφέρεις να κλείσεις ραντεβού, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα εκείνο να σε εκδικηθεί και, λίγες μέρες πριν έρθει η πολυπόθητη στιγμή που θα φορέσεις καθαρό εσώρουχο, να σε ειδοποιήσουν τηλεφωνικά ότι για καλούς λόγους –πού να σου εξηγούν τώρα– το ραντεβού σας ακυρώνεται. Τώρα, βεβαίως, υπάρχει λύση που συνάδει με μια σχετική ταμειακή ευχέρεια. Δεν περιμένετε φυσικά να σας το πω εγώ, γνωρίζετε εξ απαλών ονύχων ότι το χρήμα κάνει τα γρανάζια του συστήματος να περιστρέφονται γρηγορότερα. Εκτός από τα δωρεάν πρωινά ραντεβού για την πλέμπα, υπάρχουν και απογευματινά ραντεβού με ένα σχετικό αντίτιμο.

Με δεδομένο ότι πετύχατε προσέγγιση, και αφού φτάσετε στο τέλος μιας δαιδαλώδους διαδρομής εξετάσεων και ιατρικών πράξεων, αναγκαστικά οι κριτές γιατροί θα µελετήσουν την ένστασή σας και θα σας χορηγήσουν βίζα για παράταση ή θα σας απορρίψουν την παραµονή σας στον πλανήτη. Είναι γνωστό ότι όλοι µας είµαστε περαστικοί απ’ αυτό τον κόσµο, αλλά ορισµένοι καταφέρνουν να κλείνουν για φουλ σεζόν την επίγεια διαµονή τους.

Πριν προχωρήσουµε σε πρακτικές και χρήσιµες πληροφορίες επί του θέµατος, (αντληµένες από εκτεταµένο ρεπορτάζ προσωπικής εµπειρίας) θα πρέπει να διευκρινιστεί ένα βασικό θέµα.

Υπάρχει µια σοβαρή και διαδεδοµένη προκατάληψη ότι όλοι είµαστε ίσοι απέναντι στον νόµο, απέναντι στο κράτος, απέναντι στην ιατρική επιστήµη. Δεν είναι σωστό, κι αυτοί που το διαδίδουν έχουν ύποπτες προθέσεις και ιδιοτελείς σκοπούς. Κανείς δεν είναι ίσος µε κανέναν. Αλλιώτικα θ’ αρχίσουν όλοι να ζητάνε να τους φέρουν καθηγητές πανεπιστημίου για θεράποντες ιατρούς και το χειρότερο απ’ όλα θα αρχίσουν να ζητάνε µονόκλινο δωµάτιο! Θαλάμους χωρίς ράντζα! Πρόθυµες νοσοκόµες! Γιατρούς ενηµερωµένους! Χριστέ και Παναγία! Αµέρικαν ιατρικό σήριαλ θα το κάνουνε το ελληνικό νοσοκομείο.

Όλη αυτή η παρέκβαση ήταν αναγκαία (υποθέτω) για να µπείτε στο νοσοκοµειακό κλίµα, και να διευκρινιστεί ότι ο καθένας θα λάβει ό,τι του αναλογεί, ανάλογα της κοινωνικής του θέσης, του βαλαντίου του, των διασυνδέσεών του και της τύχης. Έτσι πάει το πράγµα και σε όποιον δεν αρέσει, τα παράπονα γίνονται δεκτά αρμοδίως και απορρίπτονται ευθέως. Επίσης θα γίνουν καλύτερα κατανοητές οι οδηγίες επιβίωσης που ακολουθούν, γιατί αν νοµίζετε ότι είχε πρόβληµα ο Διγενής που πάλευε µε τον Χάρο σε µαρµαρένια αλώνια, αυτό δεν ήταν τίποτα µπροστά στη µάχη µε τον θάνατο που αντιµετωπίζει ο Ανώνυµος Ασθενής σε θάλαµο του Ευαγγελισµού.

Ο καλύτερος τρόπος για να επιβιώσετε σ’ ένα νοσοκοµείο, είναι να µην πάτε καθόλου.
Ο χειρότερος τρόπος για να µην πάτε καθόλου είναι ν’ αγνοείτε κάθε είδους προειδοποιήσεις που προσπαθεί να σας στείλει το σώµα σας.
Το µέγα πλεονέκτηµα αυτού του τρόπου είναι ότι δεν θα χρειαστεί να ψάξετε για ταξί.
Ας υποθέσουµε τώρα ότι δείξατε τη μέγιστη αδιαφορία για το θεϊκό σημάδι, πράγμα που θα οδηγήσει σε μια κατάσταση έσχατης ανάγκης και προσφυγής σε εφημερεύον νοσοκομείο. Θα περιγράψουμε τα γεγονότα όσο πιο παραστατικά μπορούμε. Οι παραλλαγές, οι διαφορές και οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν αναιρούν την αλήθεια της αφήγησής µας.

Ανάµεσα σε σας και το νοσοκοµείο, πιθανότατα θα μεσολαβήσει ένας µεσήλιξ ιατρός τής γειτονιάς (που αναγκαστήκατε όταν φτάσατε στο απροχώρητο να καλέσετε), που θα σας πανικοβάλλει ήρεµα και προσεκτικά, ύστερα θα πάρει το 166 και θ’ ανακοινώσει ότι είναι ζήτηµα ζωής και θανάτου και θα σας βεβαιώσει πως πρέπει να ηρεµήσετε γιατί το αντίθετο βλάπτει σοβαρά την υγεία.

Μετά από μια ορισμένη χρονική διάρκεια, και λίγο πριν σας πιάσει κρίση άγχους θα έρθει το ασθενοφόρο. Τηρούν προσεκτικά µια τιµηµένη παράδοση καθυστερηµένης άφιξης γιατί προβλέπεται από άγραφους κανόνες, παλαιότητα εξοπλισμού και ανεπαρκές προσωπικό.
Καλό είναι να μένετε σε ισόγειο ή σε πολυκατοικία με ασανσέρ. Οι µεταφορείς δεν θα παραλείψουν να διαµαρτυρηθούν αναφερόμενοι ανάρμοστα στα θεία αν µένετε από τρίτο όροφο και πάνω. Συνήθως σας συνοδεύει ένας δικός σας άνθρωπος που θα σας κρατάει ενθαρρυντικά το χέρι, πράγµα φοβερά αποκαρδιωτικό γιατί υποδηλώνει πως είστε τόσο σοβαρά ώστε χρειάζεται κάποιος να σας κρατάει ενθαρρυντικά το χέρι.. Η σειρήνα είναι επαρκώς ανατριχιαστικός ήχος και τα σκαμπανεβάσματα από τα χαλασμένα αμορτισέρ αποκαρδιωτικά. Γλιτώνετε απ’ όλα αυτά αν λιποθυμήσετε. Όµως, όπως όλα τα ευχάριστα πράγµατα στη ζωή, δεν πρόκειται να συµβεί σε σας.
Έχοντας, λοιπόν, πλήρη συνείδηση, διαπιστώνετε τα σοβαρά πλεονεκτήµατα του ασθενοφόρου ως µέσον µεταφοράς και ως συστατικής επιστολής για να σας δεχτούν στο νοσοκοµείο. Η είσοδος µε ασθενοφόρο σηµαίνει προνοµιούχο προτεραιότητα και όλοι τρέχουν ή δείχνουν να τρέχουν, είτε επειδή έχουν κάτι να κάνουν είτε επειδή έχουν δει πολλά αµερικάνικα σήριαλ µε νοσοκοµεία.

Για εξηγήσιμους λόγους, οι εφηµερεύοντες γιατροί των εκτάκτων περιστατικών, πασχίζουν με αξιοσημείωτο ενδιαφέρον πάνω από τον ασθενή τους. Κυρίως γιατί, κατά κανόνα, είναι ειδικευόμενοι υπό επίβλεψη και θέλουν να εντυπωσιάσουν τον επιμελητή τους. Και παράλληλα για να εξασκηθούν σε καταστάσεις που μόνο στα βιβλία έχουν μελετήσει. Έτσι επιζητούν να τον παραδώσουν σε µια εντατική µε τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές, δηλαδή µ’ ένα ικανοποιητικό αριθµό από σωληνάκια, καθετήρα, συλλέκτη ούρων και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.
Να θυµάστε πως τους είστε πολύτιµος. Σύμφωνα με κακοπροαίρετε πληροφορίες, είστε πηγή εισοδήµατος Διευθυντή κλινικής ή Επιµελητή Α. Σίγουρα είστε πηγή µάθησης για ένα πλήθος ειδικευόµενων που περιφέρονται δήθεν άσκοπα.
Στην πραγµατικότητα αντλούν γνώση απ’ την περίπτωσή σας, εµπειρία πολύτιµη που θα τους χρησιµεύσει πιθανότατα στο µέλλoν όσον αφορά την καριέρα τους ή ακόµα πιο πιθανόν την ίδια µέρα το βράδυ, ως θέµα ενδιαφέρουσας συζήτησης µε συνάδελφο αντιθέτου φύλου, λίγο πριν το ποτό ή αµέσως µετά το τσιγάρο.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που τα συµπτώµατά σας πρέπει να είναι ειλικρινή και κλασικά. Όχι παραξενιές, όχι ζαβολιές, όχι ανεξήγητα συμπτώματα που θα προβλημάτιζαν ακόμη και τον δόκτορα Χάουζ.
Αλλά, κυρίως, δώστε τους πυρετό.
Οι περισσότεροι γιατροί τρελαίνονται για πυρετό. Είναι µια καθησυχαστική διαβεβαίωση ότι πρόκειται για κάτι που βρίσκεται στο πεδίο των γνώσεών τους. Εσείς µπορεί να νοµίζετε ότι είναι µεγάλες. Πολλοί απ’ αυτούς, όμως, γνωρίζουν καλά ότι έχουν χάσει κεφάλαια, δεν έχουν προλάβει να τα αναπληρώσουν και δεν σκοπεύουν να το κάνουν µε δική τους πρωτοβουλία.

Καλωσήρθατε, λοιπόν, στο νοσοκοµείο. Μην περιμένετε ευχαριστίες για την προτίμηση. Το αντίθετο θα τους ευχαριστούσε πολύ. Αν βρείτε κρεβάτι, καθίστε αναπαυτικά και περιµένετε. Θα ξανάρθουµε να σας ενηµερώσουµε για τις λεπτοµέρειες τον επόµενο µήνα. Μην ανησυχείτε. Κάτι με τις επισχέσεις, τις στάσεις εργασίας, τις απεργίες, κάτι να αποφασίσουν οι γιατροί τι τελικά έχετε, κάτι οι βλάβες στα µηχανήµατα, θα σας προλάβουµε. Δείτε το από την αισιόδοξη πλευρά του το θέµα. Θα αποκτήσετε µια µοναδική εµπειρία µε έξοδα τού κράτους. Θα κάνετε δίαιτα – το φαγητό είναι σοφά µελετηµένο και επί τούτου άνοστο. Θα κάνετε γνωριµίες – οι θάλαµοι είναι συνήθως πολυµελείς για να βελτιώνουν την επικοινωνία ανάµεσα στους ανθρώπους, και, τελικά, θα κατανοήσετε πόσο ανοήτως δεν εκτιµούσατε τη φυσιολογική πολιτική σας ζωή, έστω και αν ήταν στερηµένη, ανούσια και µε πολύ µίζερες δόσεις σεξ. Κρατήστε γερά. Εξάλλου, χωρίς να θέλουµε να σας τροµάξουµε, δεν έχετε και άλλη επιλογή.
Γιατί αν έχετε, μη διστάζετε να μας την πείτε κι εμάς!

 

Κραυγές και ψίθυροι

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 63 – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2018

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

Ήρθε η μέρα που συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της κατάστασής του. Είχε ξεκινήσει εδώ και κάποιο καιρό να μην ακούει πράγματα που του ήταν εντελώς αδιάφορα, άσκοπες πληροφορίες, όλες τις ασήμαντες λεπτομέρειες της μπακαλικής ζωής τής γυναίκας του, τις προσφορές και τις ευκαιρίες, τα κουπόνια και τις μοναδικές ευκαιρίες, όπως και τα διάφορα κουτσομπολιά, αναφορές για γείτονες, συγγενείς, πεπραγμένα ζώντων και τιμητικές αναφορές ατυχών γνωστών που συνάντησαν το θάνατο στην εγκόσμια πορεία τους και δεν διαπραγματεύθηκαν επιτυχώς μαζί του, όλα αυτά που η γυναίκα του επέμενε, παρά τις ενστάσεις του, να του γεμίζει τον κάδο των ανακύκλωσης του μυαλού του. Η μέρα του πλημμύριζε από μια ακατάσχετη φλυαρία, που έφτανε αποσπασματικά στα αυτιά του, καθώς αδυνατούσε να εστιάσει σε μια μοναδική πηγή θορύβου, αλλά άφηνε τους θορύβους να κυλήσουν σαν ένα πολύβουο ποτάμι που έτρεχε ασταμάτητα και δεν μπορούσες πια να ξεχωρίσεις το κάθε ξεχωριστό θορυβοποιό αίτιο. Και ήταν αναρίθμητες οι πηγές θορύβου, οι ηπιότερες ήταν ο θόρυβος της κίνησης του δρόμου. Ελάχιστοι ευπρόσδεκτοι, όπως οι στεντόρειες διακηρύξεις των Ρομά προμηθευτών καρπουζιών Αμαλιάδας ότι όλα τα κόβουν, όλα τα μαχαιρώνουν, που ήταν γι’ αυτόν οι κήρυκες του ερχομού του καλοκαιριού. Οι θόρυβοι που του πλήγωναν τ’ αυτιά του ήταν οι καυγάδες του δρόμου, η βία της ασήμαντης αφορμής. Αλλά εκείνοι που πραγματικά τού ήταν ανυπόφοροι ήταν η ακατάσχετη φλυαρία των ασώματων κεφαλών στην τηλεόραση, να ερίζουν, να νουθετούν, να διαβάλουν, να βιάζουν απροκάλυπτα την αλήθεια, να καταλήγουν σε υλακισμούς, αγριεμένα ζώα σε αγώνα επικράτησης…

Ένιωθε πως η ζωή του κάποια στιγμή, εν αγνοία του, είχε ενεργοποιήσει τον αυτόματο πιλότο, και δεν είχε πια την αίσθηση της γνώσης πού πάει και τι γυρεύει, δεν ένιωθε πως κρατούσε κάποιο τιμόνι να οδηγεί, παρόλο που η ζωή φαινόταν να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η αλήθεια είναι πως από καιρό είχε χάσει το μπούσουλα, δεν καταλάβαινε πια αυτόν τον κόσμο κι εκείνος, εκδικητικός, φαινόταν όχι μόνον να μην καταλαβαίνει αυτόν αλλά να τον αντιπαθεί κιόλας. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πια κανέναν δίαυλο επαφής μ’ αυτή την πραγματικότητα, δεν καταλάβαινε τους νέους, κι εκείνοι δεν καταλάβαιναν αυτόν, αυτός τους κοίταζε με μια βαθιά λαχτάρα να ταιριάξει, κι εκείνοι τον κοιτούσαν με οίκτο και τη σκληρότητα που μόνο τα παιδιά μπορούν να δείξουν. Για τους συνομήλικούς του, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν ένας μάλλον παράξενος, ακοινώνητος μεσήλικας χωρίς σεβασμό στις επικρατούσες κοινωνικές συμβάσεις, τις υποχρεώσεις συναναστροφών, την έκφραση ευγενικών επιθυμιών και πολύχρονων ευχών. Και γι’ αυτόν, οι άλλοι είχαν γίνει πια πλαδαροί μεσήλικες, κακιασμένοι γέροι στην ψυχή. Είχε μάτια για να διεκπεραιώνει βασικές λειτουργίες αλλά η ακοή του αποσυνδέθηκε, βυθίστηκε σε μια εκούσια λυτρωτική σιωπή, όπου οι εισερχόμενοι θόρυβοι φιλτραρίστηκαν και αποκλείστηκαν ως junk mail του μυαλού του.

Αφορμή για την κρίσιμη καμπή που εισήλθε η ζωή του στάθηκε η αυτοχειρία του Καρυωτάκη. Για κάποιο επετειακό λόγο κάποια εφημερίδα ανέσυρε την είδηση από τη λησμονιά του χρόνου. Έτσι, βρέθηκε να διαβάζει το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του ποιητή που βρήκαν στην τσέπη του, όταν τον βρήκαν να κείτεται νεκρός στον ίσκιο ενός ευκάλυπτου:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. … Κάθε πραγματικότης μού ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι…»

Οι δικοί του δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν αυτή την αλλαγή. Το διαπίστωσε στα ανήσυχα πρόσωπά τους. Το είδε στα πρόσωπα των συναδέλφων του στο γραφείο. Επίσπευσαν την αποχαιρετιστήρια γιορτή της συνταξιοδότησης του, μπλα μπλα ευδόκιμο υπηρεσία, συνεπής, αναντικατάστατος, ας πάει στο καλό, και να μη δώσει ο θεός να τον ξαναδούν.

Πέρασε απ’ το μυαλό του ο πειρασμός να τους κάνει πλάκα. Να εμφανιστεί την επόμενη μέρα στη δουλειά σα να μην τρέχει τίποτα, να τους κάνει να σαστίσουν, να γελάσει με τις απορημένες φάτσες του, αλλά τι νόημα είχε; Το πειραχτήρι, μέσα του, είχε από καιρό κουραστεί, είχε τις ίδιες ισχιαλγίες με το γερασμένο του σώμα. Ο ίδιος πια ήταν ένας αναχωρητής, αποσυρόταν εντός του, αποκοβόταν από την περιβάλλουσα κοινωνία, και δε ένιωθε καμιά εκκρεμούσα οφειλή στους εξ αίματος συγγενείς του. Είχε ξοφλήσει τα οφειλόμενα, είχε δείξει την πρέπουσα φροντίδα και τρυφερότητα για τα παιδιά του, τα είχε δει να μεγαλώνουν με καμάρι όσο και απογοήτευση για το τελικό αποτέλεσμα, όπως και να ‘ναι, είχαν αποκατασταθεί πια, και είχαν φύγει από τη δική του ευθύνη, είχε εξασφαλίσει τη σύζυγο που του είχε χαρίσει ευτυχία περιορισμένου χρόνου και μιζέρια αντιστρόφως ανάλογη, είχε ξεπληρώσει το δάνειο του σπιτιού, ήταν όλα σε τάξη. Δεν ήταν ότι δεν τους αγαπούσε, απλώς δεν τους άντεχε πια, δεν ήθελε να τους βλέπει και ακόμη περισσότερο να τους ακούει.

Έτσι, ήρθε η στιγμή που αποσύρθηκε στην ευτυχισμένη γωνιά του. Άργησε να αποφασίσει. Κάθε εποχή της ζωής του είχε τη δική τη ευτυχισμένη ανάμνηση. Ταξίδεψε στη μέρα που, με χίλιους δισταγμούς, της έκανε την πρόταση γάμου. Το φυλλοκάρδι του έτρεμε, το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος, η γλώσσα του στέγνωνε, κι όταν εκείνη είπε το ναι, αυτός έλιωσε από ευτυχία, ένιωσε ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, πράγμα που απεδείχθη ψευδές στη συνέχεια, όταν η καθημερινότητα και η οικονομική στενότητα διάβρωσαν τη σχέση τους, σαν βάρκα που ξέχασαν να την περάσουν με μοράβια. Γέλασε. Ήταν δικιά του παρομοίωση που την είπε κάποτε σε παρέα και φάνηκε να τους εντυπωσίασε με την ευρηματικότητα της έκφρασης. Μικρός παιδευόταν να μπογιατίζει τα ύφαλα της βάρκας τους με μοράβια, την καφεκόκκινη μπογιά που στεγανοποιούσε το ξύλο. Ήταν μια δουλειά που την έκανε απρόθυμα, η μοράβια έμπαινε στα νύχια του, φώναζε η μάνα του. Αναστέναξε στη σκέψη της περιορισμένης συζυγικής ευτυχίας και η σκέψη του έτρεξε στο πρώτο τους παιδί, το καμάρι του. Είχε νιώσει μια έξαψη, μια χαρά να ανεβαίνει από τα σωθικά του όταν η νοσοκόμα βγήκε για να του πει «Αγόρι! Να σας ζήσει!».

Έζησε, κλαίγοντας ακατάπαυστα, ζητώντας, απαιτώντας, προσφέροντας λίγα σε αγκαλιές και φιλιά, για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Όταν μπήκε (πρώιμα) στην εφηβεία, δεν αντεχόταν. Όταν γεννήθηκε η κόρη του, ήταν ήδη σαν να το ξαναζεί σε επανάληψη, ευτυχία μικρού μήκους. Όταν εκείνη παντρεύτηκε δεν ένιωσε καμιά χαρά, αλλά ούτε και λύπη. Είχε κατανοήσει την αδυναμία να αποτρέψεις την αναπόφευκτη  ροή της ζωής.

Όταν πρωτόπιασε δουλειά, ήταν ακόμη πιο σύντομη ευτυχία και γρήγορα μετατράπηκε σε άγχος και κούραση κι έλλειψη ικανοποίησης και αντιπάθεια μεγάλου μήκους, πολύχρονης διάρκειας απέχθεια.

Οι σκέψεις, οι αναμνήσεις φυλλορροούσαν στο μυαλό του, ψάχνοντας τη σελίδα του βιβλίου της ζωής του, την ευτυχισμένη γωνιά που ήθελε να αποσυρθεί, όταν τα μάτια του έκλεισαν από κούραση.

Ξύπνησε αλαφιασμένος, καθώς τον σκουντούσε ο πατέρας του. «Άντε, αγόρι μου!» του ψιθύριζε σιγανά μην ξυπνήσει τους άλλους. «Είναι ώρα!» Η αλήθεια είναι ότι νύσταζε, αλλά πρόσμενε αυτή τη μέρα με λαχτάρα, πετάχτηκε από το κρεβατάκι του κι άρχισε να ετοιμάζεται φουριόζικα. Κατέβηκε στην κουζίνα, που τον περίμενε μια φέτα αλειμμένη μπόλικο βούτυρο, την είχε ετοιμάσει ο πατέρας του, της μάνα του το βούτυρο ήταν τσιφούτικο, να κάνουμε οικονομία έλεγε, εκείνη σπάνια βουτύρωνε το ψωμί της.

Ανέβηκαν κι οι δυο στο ποδήλατο του πατέρα, είχε δέσει ένα μαξιλαράκι στη σχάρα για να καθίσει άνετα ο μικρός, ο πατέρας ποδηλάτησε αργά καθώς το ξημέρωμα έδιωχνε τις σκιές της νύχτας, ο ουρανός φώτιζε με υποσχέσεις μιας ζεστής καλοκαιρινής μέρας. Δεν άργησαν να φτάσουν στην ακρογιαλιά και να πάνε στο πόστο τους, ένα σημείο που είχε δώσει παλιότερα υποσχέσεις για ικανοποιητικά αποτελέσματα, πρόθυμες τσιπούρες και πεινασμένους σαργούς.

Κι έμειναν ράθυμοι εκεί, ο πατέρας λίγο πιο μακριά, είχαν ρίξει όσο πιο βαθιά μπορούσαν και στεκόντουσαν με την πετονιά τεντωμένη στο δάχτυλο να νιώθουν τα τινάγματα από τα τσιμπήματα των ψαριών. Δεν φαινόταν να υπάρχει προθυμία από τη μεριά των θυμάτων και η ώρα περνούσε χωρίς συγκινήσεις. Ο πατέρας είχε αράξει στο καρεκλάκι του, με το ψάθινο καπέλο του να του σκιάζει το κεφάλι, κι αυτός είχε μείνει με το μαγιό του τσαλαβουτώντας στην ακρογιαλιά. Είχε δέσει την πετονιά σ’ ένα καλάμι που έμπηξε στην άμμο κι άρχισε τις εξερευνήσεις. Έχωνε τα χέρια του στην άμμο στα ρηχά κι έβγαζε αχιβάδες και μικρά κυδώνια, και καθώς είχε απλωμένα τα πόδια του στη θάλασσα γαριδούλες έρχονταν και τον γαργαλούσαν. Ήταν μια όμορφη τεμπέλικη Κυριακή, και σε λίγο θα ερχόταν και η μαμά με τη μικρή του αδελφή και τον θείο Τάκη καβάλα στη θορυβώδη Zundapp του. Έγλυφε από τώρα τα χείλη του. Η μαμά θα έβραζε και θα τους έφερνε «κουκούτσες», τις μικρές αγριοαγκινάρες που φύτρωναν παντού και όλοι μάζευαν καλαθιές από αυτούς τους τρυφερούς καρπούς που τους έβραζαν, τους αλάτιζαν και δάγκωναν τη βάση τους, φυλλαράκι φυλλαράκι, έως ότου απέμενε ο τρυφερός τους πάτος, σκέτη απόλαυση.

Εκείνη τη στιγμή είδε την πετονιά να τεζάρει κι έτρεξε να την πάρει στη χέρια του. Τα τινάγματά της έκαναν την καρδούλα του να βροντοχτυπήσει και καθώς τραβούσε την πετονιά αργά και με κόπο, βλέποντας τον πατέρα του να έχει σηκωθεί και να κοιτάζει, ένιωσε μιαν άφατη ευτυχία, την περηφάνεια του ψαρά, ήρωας σπουδαίου κατορθώματος καθώς τραβούσε έναν σαργό που του φαινόταν τεράστιος στα παιδικά του μάτια, κι εκείνος σπαρταρούσε να απελευθερωθεί απ’ τ’ αγκίστρι του, και τον τράβηξε έξω, τον έπιασε στα χέρια του πλημμυρισμένος ιδρώτα από την προσπάθεια και καθώς ερχόταν η μαμά με τους άλλους, γέμισε η ακρογιαλιά από γέλια και επευφημίες…

Ξύπνησε αλαφιασμένος, καθώς τον σκουντούσε ο πατέρας του. «Άντε, αγόρι μου!» του ψιθύριζε σιγανά μην ξυπνήσει τους άλλους. «Είναι ώρα!»

Ο κόσμος ανάποδα

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 60 – ΙΟΥΝΙΟΣ 2018

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

Αυτό που του συνέβη εκείνο το πρωινό, ήταν πραγματικά παράξενο, θα έλεγε και αναπάντεχο, αν και θεωρούσε πως λίγα πράγματα πια μπορούσαν να τον εκπλήξουν. Καθώς ετοιμαζόταν να ξυριστεί, είπε στο είδωλό του στον καθρέφτη: «Γειά σου, λεβέντη μου!» Ήταν μια φιλική φιλοφρόνηση προς τον εαυτό του, μια ενθαρρυντική κουβέντα για να πάρει κουράγιο να ζευτεί το σαμάρι στην καθημερινή του ρουτίνα της βιοπάλης. Αλλά αυτό που άκουσαν τα αυτιά του ήταν: «Στραβογερνάς, μαλάκα μου!»

Να πω ότι δεν παραξενεύτηκε; Παραξενεύτηκε. Είχε πολύ καιρό να μιλήσει μαζί του ο καθρέφτης και δεν του άρεσε καθόλου η φρασεολογία του. Άκου, στραβογερνάς! Φόρεσε ένα πολύ θυμωμένο ύφος και ο καθρέφτης τού αυθαδίασε: «Σώπα ρε, φοβηθήκαμε!» Γέλασε. Ήταν ο τρόπος του να αντιμετωπίζει τα απρόβλεπτα.

Στην κουζίνα τον περίμεναν η γυναίκα  και ο κανακάρης του. «Καλημέρα, καλημέρα!» είπε προσπαθώντας να δώσει τον πιο ψεύτικα ευχάριστο χαιρετισμό του. Ακούστηκε: «Α, κι οι δυο καταβόθρες εδώ, όπως πάντα!». Η αλήθεια είναι ότι μάνα και γιος είχαν απλωμένα μπροστά τους ένα υπερβολικά χορταστικό πρωινό, δυσανάλογα πλούσιο απέναντι στο δικό του σκέτο καφέ.

Φαντάστηκε ότι η γυναίκα του θα του είπε κάτι σαν καλημέρα, αλλά αυτό που ακούστηκε ήταν: «Να κι ο μαλακοπίτουρας! Άντρες! Πεταμένα λεφτά!»

«Να του ζητήσω του καντηλανάφτη να μου πάρει καινούριο κινητό ή θα με πρήξει με τις μαλακίες του!;» Ήταν ο γιος του που τον καλημέρισε.

Καντηλανάφτης, γιατί; Α, για το λιβάνισμα όλη την ώρα για να κάνει οικονομία, να ξεκουνάει τον κώλο του από τον καναπέ και την τηλεόραση, ν’ ανοίγει κάνα βιβλίο να ξεστραβωθεί, μη τυχόν και δεν περάσει την τάξη αυτή τη χρονιά, αν τον δει με τσιγάρο, την έβαψε.

«Χαίρομαι που είστε εδώ κι οι δυο, οι βδέλλες της ζωής μου, που μου ρουφάτε κάθε ικμάδα, κάθε πιθανότητα να απολαύσω τη ζωή μου και μ’ έχετε καταδικάσει σε ισόβια καταναγκαστικά έργα. Σκατά στα μούτρα σας!» πρόσθεσε.

«Και στα δικά σου!» Του απάντησαν χαρούμενα και οι δυο τους, και ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν απρόθυμα για τους συνήθεις προορισμούς τους.

«Να ‘χετε μια καλή μέρα!» έγνεψε κι αυτό που ακούστηκε ήταν: «Πώς έγινε τέτοιο ρεμάλι εκείνος ο χαριτωμένος μικρούλης που τον αγκάλιαζε με τα χεράκια του και τιτίβιζε ‘μπαμπά, μπαμπά, μπαμπακούλη!’ και φουρφούριζε από αγαλλίαση η καρδιά του κι είχε τόσα όνειρα γι’ αυτόν και τι όμορφα που ένιωθε τότε και πόσο περήφανος ήταν για τη γυναίκα του, τόσο υπέροχη και μοναδική στα δικά του μάτια, και τώρα συνεχώς διευρυνόμενη ογκομετρικά γυναίκα που αδιαφορούσε πια για τα πάντα και είχε εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου και της συνήθειας.

«Άλλα είχαμε συμφωνήσει!» ύψωσε το βλέμμα του στο ταβάνι, προς έναν φανταστικό παρατηρητή. Νεότερος πίστευε ακράδαντα ότι είχε μια καλή συμφωνία με το θεό. Τώρα είχε αρχίσει να αμφιβάλλει αν και οι δυο συμβαλλόμενοι τηρούσαν τη συμφωνία.

Η γυναίκα του τον κοίταξε διαπεραστικά, χωρίς να πει τίποτα. Αλλά ήταν το πιο φλύαρο βλέμμα που είχε δει τόσο χρόνια συμβίωσης και του υπογράμμιζε ότι και το δικό του ξεχειλωμένο μεσόκοπο σαρκίο, δεν ήταν ο άντρας που παντρεύτηκε με τιμή και περηφάνεια. Εκείνος ήταν ένα παλικάρι στητό, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ικανό να κατακτήσει τον κόσμο ή τουλάχιστον να καπαρώσει μια καλή δουλειά, ικανοποιητικά αμειβόμενη. Πίστευε αφελώς ότι θα είχε μια ενδιαφέρουσα και άνετη ζωή και λίγωνε στην αγκαλιά του, μακαρίζοντας την τύχη της. Ήταν ο έρωτας το ναρκωτικό που της άμβλυνε τις άμυνές της και την ικανότητά της να λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους που θα βελτίωναν την ποιότητα της ζωής της. Την τύφλωσε η επείγουσα ανάγκη να φύγει από το πατρικό της, απ’ τη συγκατοίκηση με γονείς, έναν θείο που ξέμεινε στο σπίτι τους και τρεις αδελφές, την έλλειψη χρημάτων που τη μιζέριαζε και ο τωρινός σαπιοκοιλιάς έμοιαζε τότε πολύ με τον πιο εύκαιρο ιππότη της προσμονής της.

«Καλημέρα σας, κύριε Μηνά!» θέλησε να πει καθώς συναπαντήθηκε στην εξώπορτα με το συνταξιούχο γείτονα. Αλλά του βγήκε: «Βρε καλώς τον τοκογλύφο της γειτονιάς μας. Είθε να σου κλέψουν το κομπόδεμα και να σ’ αφήσουν άφραγκο, γέρο-τσιφούτη!»

«Βρε, άι σιχτίρ ψωμόλυσσα, αποτυχημένε!» του απάντησε με χαμόγελο ο κύριος Μηνάς.

Περνώντας από το μανάβικο του Κοσμά, δεν άντεξε να μην πει την καλημέρα του: «Βρε, ρουφιάνε, δε ντρέπεσαι να κλέβεις τις γριούλες στο ζύγι, πανάθεμά σε θεομπαίχτη!»

«Μπα που να σου κάτσει ψαροκόκαλο στο λαιμό, λιγδιάρη!» του είπε γνέφοντάς του φιλικά ο μανάβης.

Στο λεωφορείο, τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Μια νεαρή σηκώθηκε και του πρόσφερε τη θέση της. Θα πρέπει να εκφράστηκαν με το βλέμμα του φρικτά πράγματα για το ποιον της κοπελίτσας, των συγγενών της, ειδικά της μάνας της, και κατά κάποιο τρόπο και του πατέρα της. Το κοριτσάκι φάνηκε να ντράπηκε πολύ και η ευχή της να ανοίξει η γη να την καταπιεί δεν εισακούστηκε μεν, αλλά ευτυχώς μια γριά που γλίστρησε πονηρά και καπάρωσε τη θέση, δημιούργησε έναν αντιπερισπασμό ικανό να τον συνεφέρει καθώς του ψιθύρισε «Να κάτσω εγώ η γριά, παλικάρι μου;» Παλικάρι. Μάλιστα. Αυτό ήταν και θα ‘ναι στον αιώνα τον άπαντα. Ακόμη κι αν η γριά τον κοίταζε κοροϊδευτικά.

Στο γραφείο τα πράγματα εξελίχθηκαν ως συνήθως. Αντάλλαξε μερικά γαμοσταυρίδια με τους πιο αντιπαθητικούς, προσπάθησε ανεπιτυχώς να κολακέψει, από συνήθεια, τον προϊστάμενο για την εμετική του γραβάτα, αλλά του βγήκε κάτι σε περιφρονητικό για την κακογουστιά σχόλιο, άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στις στρογγυλάδες της ξανθιάς στη γραμματεία και αμάρτησε με λάγνες σκέψεις, αλλά συνήρθε εγκαίρως πριν γίνει αντιληπτός από τον ενοχλητικό διπλανό του που ήδη είχε αρχίσει σιωπηρά να του εύχεται να μη σώσει και δει αύξηση στον πενιχρό του μισθό. Του αντευχήθηκε να του κάτσει το κουλουράκι που έτρωγε στο λαρύγγι, να πνιγεί με τον καφέ που έπινε και να τον θάψουν μπρούμητα. Αυτό ίσως ήταν μάλλον υπερβολικό και το πήρε πίσω. Να τον θάψουν απλώς.

Μ’ αυτά κι αυτά πέρασε η ώρα και έφτασε η δυσάρεστη στιγμή ν’ αφήσει το γραφείο για να επιστρέψει στο καζάνι της κόλασης της οικιακής εστίας.

Καληνύχτησε κι έκπληκτος άκουσε τη φωνή του να λέει καληνύχτα και να του ανταπαντούν καληνύχτα, χωρίς κοροϊδευτικά σχόλια, κακίες, κατάρες και ευχές κακοτυχίας. Βίωνε ένα μικρό θαύμα. Δεν υπήρχαν κακεντρεχείς σχολιασμοί, δυσάρεστες διαπιστώσεις, η πραγματική φύση των ανθρώπων γύρω του μεταμφιεζόταν ταχέως σε εγκάρδια χαμόγελα και η κανονικότητα επανερχόταν δρομέως. Ήταν μια εφιαλτική μέρα, αλλά τώρα, προφανώς τελείωσε και μπορούσε να ανασάνει που δεν χρειαζόταν να εκφράζει τα πραγματικά του αισθήματα για τους άλλους και να εισπράττει τις δικές τους αλήθειες για τον εαυτό του.

Ένιωσε να φυτρώνουν φτερά στις πλάτες του και η διαδρομή του λεωφορείου του φάνηκε τόσο ευχάριστη που αποβιβάστηκε μια στάση παρακάτω από τη δική του και περπάτησε καλησπερίζοντας αγνώστους που τον στραβοκοίταγαν χαμογελώντας, γιατί το κοστούμι που φορούσε και η γραβάτα υποδείκνυαν ένα έγκριτο μέλος της κοινωνίας και όχι κάνα ρέμπελο αναρχικοφρικιό, και απομάκρυναν τις  υποψίες πνευματικής διαταραχής, μέθης ή επήρειας ναρκωτικών ουσιών. Υπήρξε κάποιος που πιθανολόγησε ότι μπορεί να κέρδισε το λαχείο. Αλλά στην πραγματικότητα αυτός ήξερε ότι κέρδισε κάτι περισσότερο: το δικαίωμα να ζει ψευδόμενος, σε αρμονία με την κοινωνία, αποδεχόμενος τους όρους και τις συμβάσεις κοινής ανοχής και αποδοχής, δηλαδή σε έναν κόσμο όπως τον βρήκε από τον πατέρα του κι αυτός από τον πατέρα του κι αυτός… Τέλος πάντων κληρονομιά του ήταν και αφού δεν έκανε αποποίηση ενώπιον ειρηνοδίκη στη νόμιμη προθεσμία θα υποστεί τις συνέπειες της νομής και κατοχής του.

«Γειά σου, Κοσμά, φίλε μου καλέ!» φώναξε στον μανάβη που στεκόταν στην πόρτα του. «Καλώς τον φίλο και  καλύτερό μου πελάτη!» αντιχαιρέτησε εγκάρδια κι εκείνος.

«Αγάπη μου! Αγόρι μου!» φώναξε καθώς μπήκε στο διαμέρισμά του, χαιρετώντας γυναίκα και γιο.

«Πώς ήταν η μέρα σου;» φάνηκε να ενδιαφέρεται η γυναίκα του.

«Τα συνηθισμένα!» απάντησε. Και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα συνειδητοποίησε πως η συμβατική πραγματικότητα, των κατά συνθήκη ψευδών, ήταν πολύ καλύτερη και κυρίως ασφαλέστερη για την καθημερινή επιβίωση. Και βεβαιώθηκε δια παντός ότι η αλήθεια πονάει, και τέλος πάντων ποιος τη χρειάζεται πραγματικά; Και ποιος ανεύθυνος θα ήθελε να έρθουν τα πάνω κάτω;

 

Αποχαιρετώντας την ουτοπία

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 59 – ΜΑΪΟΣ 2018

 

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

 

Αποκόβομαι από την υπαρκτή πραγµατικότητα, βυθίζοµαι σε απολαυστικά κείµενα που επιμελήθηκα πριν λίγο καιρό για να αποτελέσουν µια ανθολογία διηγηµάτων επιστηµονικής φαντασίας, «Σκέψου Σαν Δεινόσαυρος», µικρά λογοτεχνικά διαµάντια μιας λογοτεχνίας, της οποίας η εξ ορισµού δύναµή της να µπορεί να ξεπερνά τις συµβάσεις του ρεαλισµού, δίνει στη µυθοπλασία ένα απελευθερωτικό άγγιγµα λογικής υπέρβασης, δηµιουργεί φανταστικούς κόσµους ικανούς να µας δώσουν το κλειδί της κατανόησης της πραγµατικότητας γύρω µας.

Διαβάζω ένα από τα πιο πολιτικά, οξύνοα και συγκινητικά διηγήµατα που έχει γράψει η Ούρσουλα Λε Γκεν, η εξαιρετική Αµερικανίδα συγγραφέας,, µια κορυφαία δηµιουργός που στην Ελλάδα έχει γκετοποιηθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων απλώς ως συγγραφέας επιστηµονικής φαντασίας, µιας λογοτεχνίας όχι αρκετά ευυπόληπτης, όχι αρκετά ευγενούς καταγωγής, όχι αρκετά καθώς πρέπει. Ο πρόσφατος θάνατός της, με έκανε να νιώσω τη λύπη που νιώθει κανείς όταν φεύγει ένα αγαπημένο πρόσωπο. Στάθηκε ως το τέλος πνεύµα ελεύθερο, βαθύτατα και ουσιαστικά προοδευτική προσωπικότητα.
Αυτοί που φεύγουν από την Όµελας
Στο διήγηµα της Λε Γκεν, η Όµελας είναι η πόλη της ουτοπίας, η χώρα της ευδαιµονίας, της διαρκούς γιορτής και χαράς, του γέλιου και της ξεγνοιασιάς. Στο πρώτο µέρος η συγγραφέας περιγράφει ακριβώς αυτή τη χαρά της ατέλειωτης γιορτής. Για ν’ ακολουθήσει και να τελειώσει µε αυτό το απόσπασµα:
Στο υπόγειο, κάτω από ένα από τα όµορφα δηµόσια κτίρια της Όµελας, ή ίσως στο κελάρι ενός από τα ευρύχωρα ιδιωτικά σπίτια της, υπάρχει ένα δωµάτιο. Έχει µια κλειδωµένη πόρτα και δεν υπάρχει παράθυρο. Λίγο φως σταλάζει σκονισµένο από τις χαραµάδες στις σανίδες, κι έρχεται από δεύτερο χέρι από ένα αραχνιασµένο παράθυρο κάπου στην άλλη άκρη του κελαριού. Σε µια γωνιά του µικρού δωµατίου είναι µερικές σφουγγαρίστρες µε σκληρές, µπλεγµένες, δύσοσµες ίνες, πλάι σε ένα σκουριασµένο κουβά. Το πάτωµα είναι χωµάτινο, λίγο υγρό στην αφή, όπως είναι συνήθως το χώµα στα κελάρια. Το δωµάτιο έχει µήκος περίπου τρία βήµατα και πλάτος δύο: δεν είναι παρά ένα ντουλάπι για σκούπες ή ένα δωµάτιο εργαλείων που έχει πέσει σε αχρηστία. Στο δωµάτιο κάθεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι αγόρι, µπορεί να είναι κορίτσι. Δείχνει έξι, αλλά στην πραγµατικότητα είναι δέκα χρονών. Είναι λωλό. Ίσως να γεννήθηκε καθυστερηµένο, ή ίσως να έγινε έτσι από φόβο, ασιτία και αµέλεια. Σκαλίζει τη µύτη του και µερικές φορές ψαχουλεύει τυχαία τα δάχτυλα των ποδιών του ή τα γεννητικά όργανά του, καθώς κάθεται καµπουριασµένο στη γωνία όσο πιο µακριά γίνεται από τον κουβά και τις δύο σφουγγαρίστρες. Φοβάται τις σφουγγαρίστρες. Τις βρίσκει φρικτές. Κλείνει τα µάτια, αλλά ξέρει ότι οι σφουγγαρίστρες ακόµη στέκονται εκεί· και η πόρτα είναι κλειδωµένη· και δεν πρόκειται να έρθει κανείς. Η πόρτα είναι πάντα κλειδωµένη· και κανείς ποτέ δεν έρχεται, µόνο που µερικές φορές –το παιδί δεν κατανοεί τον χρόνο, τα διαστήµατα του χρόνου– µερικές φορές η πόρτα τρίζει φρικτά και εµφανίζεται ένα άτοµο ή µερικοί άνθρωποι. Ένας απ’ αυτούς ίσως µπει µέσα και κλωτσήσει το παιδί για να το κάνει να σηκωθεί. Οι άλλοι δεν πλησιάζουν ποτέ, αλλά το κοιτάζουν µε τροµαγµένα, αηδιασµένα βλέµµατα. Γεµίζει βιαστικά τη γαβάθα του φαγητού και την κανάτα του νερού, η πόρτα κλείνει, τα βλέµµατα χάνονται. Οι άνθρωποι στην πόρτα ποτέ δεν λένε τίποτα, αλλά το παιδί, που δεν ζούσε πάντα στο δωµάτιο των εργαλείων, και που µπορεί να θυµηθεί τη λιακάδα και τη φωνή της µητέρας του, µερικές φορές µιλάει. «Θα είµαι καλό παιδί», λέει. «Παρακαλώ αφήστε µε έξω. Θα είµαι καλό παιδί!». Ποτέ δεν του απαντούν. Το παιδί κάποτε ούρλιαζε για βοήθεια µέσα στη νύχτα, και έκλαιγε πολύ, αλλά τώρα απλώς κάνει κάτι σαν κλαψούρισµα, «ε-αα, ε-αα», και µιλάει όλο και πιο σπάνια. Είναι τόσο αδύνατο που τα πόδια του δεν έχουν αστραγάλους· η κοιλιά του εξέχει· τρέφεται µε µισή γαβάθα καλαµποκάλευρο και λίπος κάθε µέρα. Είναι γυµνό. Ο πισινός του και οι µηροί του είναι µια µάζα από πυώδεις πληγές, καθώς κάθεται συνεχώς πάνω στα περιττώµατά του.

Όλοι ξέρουν ότι το παιδί είναι εκεί, όλοι οι άνθρωποι της Όµελας. Μερικοί έχουν έρθει για να το δουν, άλλοι αρκούνται απλώς να ξέρουν ότι είναι εκεί. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να είναι εκεί. Μερικοί καταλαβαίνουν το γιατί, και µερικοί όχι, όλοι όµως καταλαβαίνουν ότι η ευτυχία τους, η οµορφιά της πόλης τους, η τρυφερότητα της κάθε φιλίας τους, η υγεία των παιδιών τους, η σοφία των στοχαστών τους, η δεξιοτεχνία των µαστόρων τους, ακόµη και η αφθονία της συγκοµιδής τους και ο καλός καιρός των ουρανών τους, βασίζονται αποκλειστικά και µόνο στη φρικαλέα δυστυχία αυτού του παιδιού.

Αυτό συνήθως το εξηγούν στα παιδιά όταν είναι µεταξύ οκτώ και δώδεκα χρονών, όποτε δείχνουν ικανά να το καταλάβουν· και οι περισσότεροι απ’ αυτούς που έρχονται να δουν το παιδί είναι νεαροί, αν και συχνά κάποιοι ενήλικες έρχονται ή ξανάρχονται για να δουν το παιδί. Όσο κι αν τους έχει εξηγηθεί το ζήτηµα, αυτοί οι νεαροί θεατές πάντα σοκάρονται και αρρωσταίνουν µε το θέαµα. Νιώθουν αηδία, κάτι το οποίο θεωρούσαν ανάξιο γι’ αυτούς. Νιώθουν θυµό, οργή, ανηµποριά, παρά τις εξηγήσεις. Θα ήθελαν να κάνουν κάτι για το παιδί. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να µπορούν να κάνουν. Αν το παιδί το έβγαζαν από κείνο το βροµερό µέρος στη λιακάδα, αν το καθάριζαν και το τάιζαν και το παρηγορούσαν, αυτό πράγµατι θα ήταν καλό· αλλά αν αυτό γινόταν, την ίδια µέρα και ώρα η ευµάρεια και η οµορφιά και η χαρά της Όµελας θα µαραίνονταν και θα έσβηναν. Αυτοί είναι οι όροι. Η ανταλλαγή όλων των καλών και των αγαθών κάθε ζωής στην Όµελας γι’ αυτή τη µοναδική, µικρή βελτίωση: να πετάξουν την ευτυχία χιλιάδων για την πιθανότητα της ευτυχίας ενός: αυτό πράγµατι θα έφερνε την ενοχή µέσα στα τείχη.
Οι όροι είναι ρητοί και απόλυτοι· το παιδί δεν πρέπει ούτε καν µια ευγενική λέξη να ακούσει.

Συχνά οι νεαροί γυρνάνε στα σπίτια τους κλαίγοντας, ή µε αδάκρυτη οργή, όταν έχουν δει το παιδί και έχουν αντιµετωπίσει αυτό το τροµερό παράδοξο. Μπορεί να το συλλογίζονται µελαγχολικά επί βδοµάδες ή χρόνια. Αλλά καθώς περνάει ο καιρός αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ακόµη κι αν το παιδί ελευθερωνόταν δεν θα κέρδιζε τίποτα από την ελευθερία του: λίγη αόριστη ευχαρίστηση από τη ζέστη και το φαγητό, αναµφίβολα, µα τίποτα παραπάνω. Είναι υπερβολικά εξαθλιωμένο και καθυστερηµένο για να γνωρίσει πραγµατική χαρά. Φοβάται τόσον καιρό, που δεν θα γλιτώσει ποτέ από το φόβο. Οι συνήθειές του είναι τόσο άξεστες, που δεν θα ανταποκριθεί σε ανθρώπινη µεταχείριση. Και πραγµατικά, µετά από τόσον καιρό µάλλον θα νιώθει δυστυχία δίχως τοίχους γύρω του να το προστατεύουν, δίχως το σκοτάδι για τα µάτια του, δίχως τα περιττώµατά του για να κάθεται. Τα δάκρυά τους για την πικρή αδικία στεγνώνουν όταν αρχίζουν να συλλαµβάνουν την τροµερή δικαιοσύνη της πραγµατικότητας και να την αποδέχονται. Κι όµως τα δάκρυά τους και ο θυµός τους, η δοκιµασία της ευσπλαχνίας τους και η αποδοχή της ανηµποριάς τους, είναι ίσως η πραγµατική πηγή του θάµβους των ζωών τους. Η ευτυχία τους δεν είναι χλιαρή κι ανεύθυνη. Ξέρουν ότι κι αυτοί, σαν το παιδί, δεν είναι ελεύθεροι. Γνωρίζουν τη συμπόνια. Η ύπαρξη του παιδιού, και η δική τους γνώση της ύπαρξής του, είναι αυτό που καθιστά δυνατές την αριστοτεχνικότητα της αρχιτεκτονικής τους, το πάθος της µουσικής τους, την εµβρίθεια της επιστήµης τους. Εξαιτίας αυτού του παιδιού είναι τόσο καλοί µε τα παιδιά. Ξέρουν ότι αν το τυραννισµένο δεν ήταν εκεί να µυξοκλαίει στο σκοτάδι, το άλλο, το παιδί που έπαιζε φλογέρα, δεν θα έβγαζε µουσική χαράς καθώς οι νεαροί καβαλάρηδες παρατάσσονταν µε την οµορφιά τους για τον αγώνα στη λιακάδα του πρώτου πρωινού του καλοκαιριού.
Τους πιστεύεις τώρα; Δεν είναι πιο πειστικοί; Αλλά υπάρχει κάτι ακόµα να ειπωθεί, και είναι απίστευτο.

Μερικές φορές ένα από τα έφηβα αγόρια ή κορίτσια που πηγαίνουν να δουν το παιδί δεν επιστρέφει σπίτι του για να κλάψει ή να οργιστεί, και µάλιστα δεν επιστρέφει καν στο σπίτι του. Μερικές φορές επίσης κάποιος άντρας ή κάποια γυναίκα, πολύ µεγαλύτεροι, µένουν σιωπηλοί για µια δυο µέρες, και µετά εγκαταλείπουν το σπίτι τους.

Αυτοί οι άνθρωποι βγαίνουν στο δρόµο, και περπατούν στο δρόµο µόνοι τους. Συνεχίζουν να περπατούν, και περπατώντας βγαίνουν από την πόλη της Όµελας, περνώντας από τις πανέµορφες πύλες. Παίρνουν το δρόµο τους διασχίζοντας τους αγρούς της Όµελας. Καθένας πάει µόνος του, παλικάρι ή κοπέλα, άντρας ή γυναίκα. Πέφτει η νύχτα· ο ταξιδιώτης πρέπει να περάσει από δρόµους χωριών, ανάµεσα σε σπίτια µε παράθυρα που φέγγουν κίτρινα, και πάλι µετά στο σκοτάδι των χωραφιών. Καθένας µόνος του, τραβάει δυτικά ή βόρεια, κατά τα βουνά. Συνεχίζουν. Αφήνουν την Όµελας, χώνονται στο σκοτάδι, και δεν επιστρέφουν. Το µέρος προς το οποίο πάνε είναι ένα µέρος ακόµα πιο αδιανόητο για τους περισσότερους από µας απ’ ό,τι η πόλη της ευτυχίας. Δεν µπορώ να το περιγράψω καθόλου. Πιθανόν να µην υπάρχει. Αλλά δείχνουν να ξέρουν πού πηγαίνουν αυτοί που φεύγουν από την Όµελας.

 

 

Θύματα ειρήνης

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 58 – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2018

 

 

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

 

Δεν θέλω να μας τρομάξω, αλλά στο λειτουργικό σύστημα του μυαλού μας, εκτός από τη λαγνεία, τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, την σκοπιμότητα, πράγματα δηλαδή φυσιολογικά, τρέχει και ένα καταναλωτικό βουλιμικό πρόγραμμα ασυγκράτητων αγορών, εκπτωτικών προγραμμάτων, δόσεων και ευκαιριών. Είναι ένα κακόβουλο λογισμικό που έχει εισχωρήσει στο σύστημά μας (με την ευγενική χορηγία των ΜΜΕ) και μας προτρέπει να έχουμε ανάγκη άχρηστα προϊόντα, να ζητάμε όλο και φθηνότερα χρηστικά και μη χρηστικά προϊόντα, να γινόμαστε δυστυχείς αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε το καλύτερο στην φθηνότερη τιμή. Μεταμφιέζει την ανάγκη της επιβίωσης σε επιδίωξη της απόκτησης άκρατης ευδαιμονίας, και θέτει ως ύστατο στόχο κάθε λογικής ανθρώπινης ύπαρξης, την επιθυμία για ένα αδιάκοπο πάρτυ, τη γιορτή της χαράς και του καταναλωτισμού. Και όσον αφορά την ευρύτητα της κακόβουλης διασποράς, είναι φανερό ότι μόνο οι άριστοι, οι κοινωνικά επιτυχόντες επηρεάζονται, καθώς υπάρχει η εγγενής πεποίθηση στο υποσυνείδητό τους ότι έχουν δικαιωματική συμμετοχή στο πανηγύρι της ευζωίας. Αντιθέτως μένουν ανεπηρέαστα μεγάλα πλήθη, νεόφτωχοι και παλαιόφτωχοι, τα γενικώς ασήμαντα για επένδυση διαφημιστικής δαπάνης κοινωνικά στρώματα. Και, κακά τα ψέματα, είναι πολλοί πανάθεμά τους αυτοί οι φτωχοί, οι αποτυχόντες στην κοινωνική αναβάθμισή τους σε ευκατάστατους νοικοκυραίους. Άνεργοι, φτωχοί, άστεγοι, όλοι αυτοί οι θλιβεροί όχι μόνο έχουν μείνει αλώβητοι από το κακόβουλο λογισμικό, λόγω ανεπάρκειας πόρων στο σύστημα, αλλά μας έχουν στοχοποιήσει, εμάς τους ικανοποιημένους απολαμβάνοντες, και θέλουν να μας δημιουργήσουν ενοχές.

Και δεν είναι μόνο οι απλοί φτωχοί που δεν μας αφήνουν να απολαύσουμε μια μπουκιά ντελικατέσεν, όταν ξέρουμε πως μέσα τους εύχονται να μας κάτσει στο λαιμό το φουά γκρα. Οι κακόπιστοι έχουν επιστρατεύσει και κάτι διεθνείς οργανισμούς, απ’ αυτούς που ορθά ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να κόψει τη χρηματοδότηση, όπως η UNICEF, που άλλη δουλειά δεν έχει, μετράει τα εξαθλιωμένα παιδιά στον κόσμο για να μας κάνει την καρδιά περιβόλι.

Διαβάζω στις εφημερίδες τις ανακοινώσεις της:

Εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο εργάζονται με τρόπους που συχνά παρεμποδίζουν την εκπαίδευσή τους. Τα αποστερούν από τη χαρά της παιδικής ηλικίας. Συνθλίβουν το δικαίωμά τους στην ομαλή σωματική και πνευματική ανάπτυξη.

Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, περίπου 1,2 εκατομμύρια παιδιά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης ενός καλά οργανωμένου δικτύου, που έχει στήσει γέφυρα μεταφοράς παιδιών από τις αναπτυσσόμενες στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες.

Σύμφωνα πάντα με τη UNICEF, σχεδόν ένα στα έξι παιδιά ηλικίας 5-14 ετών στον κόσμο θεωρούνται πως εμπλέκονται σε μορφές παιδικής εργασίας.

171 εκατομμύρια παιδιά εργάζονται σε ορυχεία, λατομεία και άλλους επικίνδυνους χώρους δουλειάς ή με επικίνδυνα υλικά, όπως χημικά, εντομοκτόνα ή βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, αναφέρει έκθεση της UNICEF

73 εκατομμύρια από τα εργαζόμενα παιδιά είναι ηλικίας κάτω των δέκα ετών.

Κάθε χρόνο τουλάχιστον 22 χιλιάδες παιδιά σκοτώνονται σε εργατικά δυστυχήματα.

Οι πραγματικοί αριθμοί βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν αφού οι ανήλικοι εργαζόμενοι σαφώς και δεν δηλώνονται ενώ τις περισσότερες φορές, στις χώρες όπου η παιδική εργασία ακμάζει, δεν δηλώνονται ούτε οι γεννήσεις.

Στην Ελλάδα, δόξα-τω-θεώ, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα. Μόνον 50.000 ανήλικα παιδιά δουλεύουν σε μαγαζιά, βιοτεχνίες, εργοστάσια, αγροτικές εργασίες, επαιτεία και δουλειά στον δρόμο. Και μόνο 10.000 παιδιά εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και χάνουν το δικαίωμά τους σ’ ένα μέλλον ίσων ευκαιριών.

Τώρα, περιδιαβαίνοντας στον κόσμο υπάρχουν μαρτυρίες που συγκλονίζουν: Διακόσια παιδιά, τα περισσότερα κάτω των 14 ετών, βρέθηκαν να εργάζονται σε γνωστή κεραμοποιία στην Ινδία, σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στο νότιο ομόσπονδο κρατίδιο Τελανγκάνα. Τα παιδιά που διασώθηκαν από την αστυνομία, ζούσαν και εργάζονταν μαζί με ενήλικες που παρίσταναν τους γονείς τους. Κοριτσάκια επτά και οκτώ χρόνων μετέφεραν τούβλα στα κεφάλια τους. Ορισμένα από τα παιδιά ήταν μόλις τεσσάρων ετών.

Εγγύτερα, στη γειτονική Τουρκία, κάθε πρωί από τη συνοικία Μπασμανέ, ξεκινούν μικρά λεωφορεία γεμάτα με παιδιά. Είναι προσφυγόπουλα από τη Συρία που έχουν εγκλωβιστεί στη Σμύρνη, αφού ούτε στην Ευρώπη μπορούν να περάσουν αλλά και ούτε στη Συρία μπορούν να επιστρέψουν. Τα λιγοστά χρήματα που κατάφεραν να φέρουν οι γονείς τους από τη Συρία, έχουν τελειώσει. Τα λεωφορεία κατευθύνονται προς τα εργοστάσια παραγωγής επώνυμων ρούχων στην περιοχή του Οτογκάρ, περίπου 10 χιλιόμετρα έξω από τη πόλη. Την αποκάλυψη είχε κάνει περίπου πριν από έναν χρόνο το Αθηναϊκό Πρακτορείο. Τα παιδιά συναρμολογούν τμήματα πανάκριβων ρούχων που θα πουληθούν στη Δύση. Δουλεύουν 10 με 12 ώρες και παίρνουν 6 με 8 ευρώ τη μέρα. «Δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να ζήσουμε» είχε πει ο δεκάχρονος Μοχαμεντίν.

Η οικογένειά του εγκατέλειψε το Χαλέπι πριν από τρία χρόνια, τέσσερις φορές επιχείρησαν να περάσουν στην Ελλάδα αλλά απέτυχαν και στις τέσσερις. Ο Μοχαμεντίν τοποθετεί ρούχα σε πλαστικές διαφανείς σακούλες. Ξυπνά κάθε πρωί στις 5.00. Στις 6.00 ξεκινά να δουλεύει μέχρι τις 5.00 το απόγευμα. Παίρνει 700 λίρες το μήνα, αλλά δεν πληρώνει λεωφορείο για να πάει στο εργοστάσιο και τρώει και δυο φορές. Στις 10.00 το πρωί ένα κουλούρι με γάλα και στις 4.00 το μεσημέρι, ρύζι με λαχανικά ή όσπρια. Γυρίζει στο σπίτι με λίγο φαγητό που του δίνουν αν περισσεύει στο εργοστάσιο. «Να φάνε και οι αδελφές μου» λέει.

Κι απ’ την Τουρκία στην Ινδία: Πριν από τρία χρόνια το Spiegel είχε φέρει στη δημοσιότητα την ιστορία της 11χρονης Ντουργκά. Οι γονείς της την είχαν πουλήσει σε σωματέμπορους για 80 ρουπίες, δηλαδή μόλις 1 ευρώ για να την γλιτώσουν από τη φτώχεια και οι ιδιοκτήτες της έριξαν καυτό λάδι πάνω της επειδή θεωρούσαν πως δούλευε πολύ αργά.

Όταν οι αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι που διέμενε η μικρή Ντουργκά, εκείνη ούρλιαξε και σκέπασε με τα χέρια της το στήθος της από ντροπή. Το κορίτσι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε πολυήμερη θεραπεία, καθώς εκτός από τα εγκαύματά της, ήταν υποσιτισμένη και τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα μολυσμένες πληγές, επειδή όπως ανέφερε, μια φορά της έπεσε ένα ποτήρι και η γυναίκα του σπιτιού θύμωσε τόσο πολύ που της έβγαλε τα νύχια ένα-ένα.

Δεν θέλω να μας στενοχωρήσω, αλλά αν η σοκολάτα μάς φαίνεται απολαυστικό έδεσμα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι φτάνει στα χέρια μας ως αποτέλεσμα της καταναγκαστικής δουλειάς από παιδιά-σκλάβους στην Αφρική, που τα εξαναγκάζουν να μαζεύουν τους πολύτιμους κόκκους από τα κακαόδεντρα προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν που προκαλεί τη δική μας ευχαρίστηση και πιθανότατα κανένα από τα παιδιά αυτά δεν θα έχει την ευκαιρία να γευθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα πάψουμε φυσικά να τρώμε σοκολάτα, αλλά θα στενοχωριόμαστε κιόλας.

Γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, μια ομάδα Ολλανδών δημοσιογράφων ερεύνησε διεξοδικά για να αποκαλύψει πώς αυτό το απολαυστικό έδεσμα, κρύβει συχνά τη γεύση του διεστραμμένου ανθρώπινου νου. Το ντοκιμαντέρ «The Chocolate Case» που παρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης αναφέρεται στην παιδική δουλεία στην παγκόσμια αλυσίδα της σοκολατοβιομηχανίας.

Και ως συνήθως, υπάρχουν πάντα πρωταθλητές, χώρες που υπερήφανα κρατούν τα σκήπτρα της παιδικής εργασίας.

Το Μπαγκλαντές κατέχει την κορυφαία θέση. Χιλιάδες παιδιά χάνονται κάθε χρόνο σε «εργατικά ατυχήματα». Ο αριθμός των παιδιών που εργάζονται παράνομα σ΄ αυτή τη χώρα ανέρχεται σε 5 εκατομμύρια (2013). Οι εικόνες από την κατάρρευση εργοστασίου υφαντουργίας στο Μπαγκλαντές το 2015 συγκλόνισαν, καθώς τα περισσότερα θύματα που ανασύρθηκαν από τα συντρίμμια ήταν παιδάκια.

Περισσότερα από 1 εκατομμύριο παιδιά ηλικίας 10-14 ετών εργάζονται στη Βραζιλία, σύμφωνα με τα στοιχεία του Βραζιλιάνικου Ινστιτούτο Γεωγραφίας και Στατιστικής (IBGE).

Η παιδική εργασία ανθεί επίσης σε Ερυθραία, Σομαλία, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Μιανμάρ, Σουδάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ζιμπάμπουε, Υεμένη, Μπουρούντι, Νιγηρία.

Σύμφωνα με έκθεση της UNICEF η περιοχή με το μεγαλύτερο ποσοστό παιδικής εργασίας στην Τουρκία είναι η νοτιοανατολική επαρχία της Σανλιούρφα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και της UNESCO, ζοφερή είναι η εικόνα και σε Ευρώπη και Ευρασία. Κυρίως στην Γεωργία, τη Ρωσία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία και τη Μολδαβία.

Αλλά φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε ιδιαίτερα. Έτσι πάει ο κόσμος. Πάντα έτσι πήγαινε. Είναι μια συνήθης πρακτική η εξαθλίωση και η ακραία εκμετάλλευση των ανθρώπων ανά τους αιώνες, είτε πρόκειται για τους ανθρακωρύχους της Μεγάλης Βρετανίας τον προηγούμενο αιώνα, είτε για τα σημερινά παιδιά-σκλάβους των κακαο-φυτειών στην Ακτή του Ελεφαντοστού.

Για να μην ξεχνάμε, στις ΗΠΑ, κάπου 35.000 εργάτες έχαναν κάθε χρόνο τη ζωή τους σε εργατικά δυστυχήματα από το 1880-1900. Μεταξύ 1905-1920, ο μέσος όρος των θανατηφόρων εργασιακών δυστυχημάτων στη βιομηχανία της εξόρυξης κυμάνθηκε σε 2.000 ψυχές τον χρόνο, την ίδια ώρα που ένα στα τέσσερα Αμερικανόπουλα κάτω των 14 ετών εργαζόταν σε φάμπρικες και χωράφια…

Και φυσικά είμαστε συνυπεύθυνοι. Δεν θ’ αφήσουμε να πάρει τα εύσημα μόνο το μεγάλο κεφάλαιο. Στο κάτω-κάτω τι είναι οι πολυεθνικές; Υπηρέτες μας. Φροντίζουν να μας εξυπηρετούν έναντι γλίσχρου ανταλλάγματος. Διότι τα θέλουμε όλα. Τα θέλουμε τώρα. Τα θέλουμε στη φτηνότερη τιμή. Και πώς νομίζετε ότι κατεβαίνει το κόστος; Ο θυμόσοφος λαός έχει πει επιγραμματικά: με πορδές δεν βάφονται αυγά. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια που πρέπει να κατανοήσουμε σωστά. Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να απαιτήσουμε από το κράτος να συστήσει μια επιτροπή που θα αναλάβει τον συντονισμό πολλών υποεπιτροπών, που θα διερευνήσουν το ζήτημα και τα συμπεράσματα θα τεθούν υπόψη όλων των ενδιαφερομένων πλευρών, ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα και να υπογραφούν πρωτόκολλα ασφαλούς εργασίας σε περιβάλλον σύμφωνα με τα διεθνή μέτρα και σταθμά.

Ως τότε, θα καταναλώνουμε μεν, αλλά όλοι εμείς οι συνειδητοποιημένοι θα νιώθουμε και κάπως άβολα.