Στου γιαλού τα βοτσαλάκια

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 40 – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2016

Γράφει ο Γιώργος  Μπαζίνας

 

Η Φιλιώ παίρνει την απόφασή της. Αραγμένη στην παραλία, με τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα, εκείνη τη μοναδική στιγμή της αλλαγής της μέρας σε νύχτα, κοιτάζοντας τον Μάσιμο να βγαίνει από τη θάλασσα, ωραίος ως Ιταλός, τρυφερός κι επίμονος, ο άνδρας που την κάνει να νιώθει ένα κάψιμο στο στομάχι και την απόλαυση να νιώθει ακόμη επιθυμητή, ότι μπορεί να συγκινήσει και να εξάψει πάθη, εκείνη ακριβώς τη στιγμή οριστικοποιεί την απόφασή της και πατάει στο μυαλό της enter, περνάει τον Ρουβίκωνά της και προσπαθεί να επεξεργαστεί τις λέξεις του αποχαιρετιστήριου μηνύματος στην παλιά της ζωή. Γιατί η Φιλιώ έχει δέκα χρόνια γάμου πίσω της, χρόνου που δεν κατάλαβε πώς πέρασε τόσο γρήγορα, τόσο ψυχοφθόρα, τόσο μίζερα και ανούσια. Και η Φιλιώ είχε χάσει το χαμόγελό της, είχε χάσει το ενδιαφέρον για τη ζωή, είχε σκοντάψει στον τοίχο της συνήθειας, της ανούσιας ρουτίνας, της μετρημένης ζωής, τη μιζέρια να μην ξοδέψει παραπάνω, των καταναγκαστικών έργων της μητέρας και νοικοκυράς. Ναι, είχε και δυο κοριτσάκια. Τ’ αγαπούσε και τα μισούσε ταυτόχρονα. Τα μισούσε, γιατί ένιωθε πως της έκλεβαν τη δική της ζωή, επίμονα, κλαψιάρικα, απαιτητικά. Τ’ αγαπούσε γιατί ήταν τα μωρά της και υπήρχαν στιγμές που οι αγκαλιές τους ήταν παρηγοριά και χαρά της. Η μικρή την τσίτωνε και την έβγαζε μερικές φορές έξω από τα όρια. «Μαμά, βαριέμαι, βαριέμαι, βαααριέμαι, βαριέεεεεεεεμαι…» Η μεγάλη, στα οχτώ της, την κοίταξε με ύφος αυστηρού εισαγγελέα: «Μαμά, ξέρει ο μπαμπάς για τον Μάσιμο;». Ήταν εξουθενωτικά έξυπνη! Πόσο γρήγορα είχε μάθει να κρίνει καταστάσεις, τι μπορούσε αυτό το σκατό να καταλαβαίνει για τις σχέσεις των ανθρώπων; Αλλά δεν θα τη σταματούσαν αυτά. Αν δεν έπαιρνε την απόφασή της τώρα, θα τα μισούσε για πάντα, θα τα ‘νιωθε σαν τις άγκυρες που την εμπόδισαν να σαλπάρει για το ταξίδι της. Και παρόλο που δεν ήξερε πού θα βγάλει αυτό το ταξίδι και τι θα συναντήσει στην πορεία, ήθελε, λαχταρούσε να το κάνει. Δεν ανησυχούσε για τα κορίτσια. Θα τα φρόντιζε ο μπαμπάς τους. Εξάλλου, του είχαν αδυναμία. Και αν έμπαινε ποτέ το δίλημμα να διαλέξουν, ήξερε πως οι πιθανότητες ήταν ενάντιά της.

Η απόφασή της ήταν ειλημμένη, αλλά οι λέξεις της ξεφεύγουν, της φαίνονται ανεπαρκείς, χάνει αυτό που θα ‘θελε να πει. «Αγαπητέ….», όχι, όχι, «Αγαπημένε….» λάθος, δεν μπορεί να τον αποκαλέσει έτσι, όχι γι’ αυτό που θέλει να του πει.. «Γλυκέ μου…» μπλιαχ. «Καλέ μου…» ίσως αλλά πάλι… Σκεφτόταν πως δεν ήταν κακός άνθρωπος. Αλλά δεν ήταν αυτός που παντρεύτηκε. Όταν τον γνώρισε της φάνηκε τόσο ιδιαίτερος, τόσο γεμάτος κέφι για ζωή, για επιτυχία, αστείος και σοβαρός μαζί… Τώρα, ήταν ένας βαρύθυμος, με τάσεις παχυσαρκίας, παραιτημένος άντρας, που της προκαλούσε απώθηση και βαρεμάρα. Δεν θα ‘θελε όμως να τον πληγώσει. Πρέπει να διαλέξει πολύ προσεκτικά τις λέξεις για να του πει ότι τον εγκαταλείπει…

 

Ο Μηνάς στέκεται ακουμπισμένος στον πάγκο του μαγαζιού του και κοιτάζει έξω το δρόμο να φλέγεται από τον όψιμο καλοκαιρινό ήλιο, που σημαδεύει το τέλος του καλοκαιριού. Το κλιματιστικό δουλεύει στο φουλ, ο Φώτης, ο μοναδικός του υπάλληλος ξύνεται βαριεστημένος, ονειρεύεται θάλασσα και μπύρες και μεθυσμένα αστεία με την παλιοπαρέα και μέσα από τα δόντια του αναθεματίζει «Γαμώ την τύχη μου, γαμώ!».  Βασανίζεται, αλλά ξέρει πως είναι τυχερός που έχει αυτή τη δουλειά, δεν δικαιούται άδεια φέτος, και το αφεντικό ξεροκέφαλα επίμονα δεν βλέπει το λόγο να κλείσουν έστω για μια αυγουστιάτικη βδομαδούλα, παρόλο που δεν έχει δουλειά, που και που κανένας πελάτης για να γίνει μια ασήμαντη είσπραξη.

Ο Μηνάς τινάζεται καθώς στο κινητό του ακούγεται ο ήχος εισερχόμενου. Κοιτάζει το μήνυμα απορημένος, δεν καταλαβαίνει, αλλά όταν συνειδητοποιεί τι λέει, αρχίζουν να λυγίζουν τα γόνατά του.

«Μηνά, λυπάμαι. Φεύγω. Μην επικοινωνήσεις μαζί μου. Τα κορίτσια θα τα φέρει Αθήνα η αδελφή μου. Ευχαριστώ για όλα.»

«Όχι! Όχι! Όχι, γαμώτο μου».

Ο Φώτης αλαφιάζεται. Μόλις είχε πεταχτεί το μυαλό του για μπάνιο και ήταν έτοιμος να βουτήξει στα βαθιά.

«Γιατί, θεέ μου, γιατί;» Ο Μηνάς ένιωσε να πνίγεται κι ύστερα να φουντώνει. Ευχαριστεί για όλα; Δεν μπορεί να το χωνέψει. Κολλάει σ’ εκείνο το «ευχαριστώ για όλα», του φαίνεται τόσο σκληρό, τόσο απαίσιο τρόπο να αναφέρεται στα δέκα χρόνια γάμου τους που του ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. «Η τσούλα!» φωνάζει. «Η τσούλα!» ξαναλέει πιο σιγά.

«Αφεντικό, είσαι καλά;» τολμάει να ρωτήσει ο Φώτης.

«Σκάσε κι εσύ, βλαμμένο!»

Ο Φώτης δαγκώνεται και λουφάζει στη γωνιά του.

Ο Μηνάς προσπαθεί να χωνέψει το γεγονός του χωρισμού. Για κάτσε! Σκέφτεται. Η αλήθεια είναι ότι η Φιλιώ ήταν μια γυναίκα που ξεπερνούσε τις προσδοκίες του, κι όταν είπε το ναι ήταν χαρά και γιορτή απρόσμενη γι’ αυτόν. Κι ήταν πάντα καλή μαζί του και με τα παιδιά, κι υπόμενε αγόγγυστα όλα αυτά τα χρόνια στερήσεις που δεν ήταν προβλεπόμενες. Η αλήθεια είναι ότι όταν παντρεύτηκαν είχε στα μάτια της εκείνη τη λάμψη που τον γοήτευε, μια δίψα για ζωή, το θράσος της γυναίκας που ήξερε ότι αρέσει, τη σιγουριά ότι η ζωή θα ήταν γενναιόδωρη μαζί της. Κι εκείνος είχε ακόμη εκείνον τον αέρα του επιτυχημένου, του άνδρα που πιστεύει ότι δικαιούται να απαιτεί και να παίρνει αχρεωστήτως τις χαρές τής ζωής. Τώρα ήταν ένας μιζεριασμένος μικροεπαγγελματίας, με μια παραπαίουσα επιχείρηση, αφεντικό ενός και μοναδικού υπάλληλου, αγχωμένος να πληρώνει τις επιταγές του, να μετράει τα υπόλοιπά του, να τσακώνεται με τους κακοπληρωτές πελάτες, να απειλεί για να εισπράξει, να τον απειλεί η Τράπεζα για να εισπράξει με τη σειρά της, να τσακώνεται με το λογιστή και να αναθεματίζει την εφορία, να βρίζει την κυβέρνηση. Ο μαλάκας! Ήταν το δεύτερο καλοκαίρι που δεν πήγε διακοπές μαζί της. Την έστελνε με τα παιδιά στους δικούς της, στο νησί, να κάνουν οικονομία, να μη χάσει μια μέρα από τις εισπράξεις του μαγαζιού, τυφλός κι ανόητος για το τι έχει πραγματικά σημασία, θεωρώντας την δεδομένη. Μέρος του σπιτιού, όπως η τραπεζαρία. Φυτό εσωτερικού χώρου.

«Αχ, βρε Φιλιώ!» ψιθυρίζει. «Μην το κάνεις. Θ’ αλλάξω. Θα ξαναγίνω ο άνδρας που παντρεύτηκες, θα…» αλλά δεν πιστεύει καν στα δικά του λόγια. Κρύβει το πρόσωπό του στα χέρια, σκυφτός στον πάγκο του, τρομάζει τον Φώτη με τη σκοτεινιά στο βλέμμα του, βυθίζεται στα πιο σκοτεινά βάθη της κατάθλιψης.

«Φινίτο! Τέρμα τα δίφραγκα! Το κλείνουμε το μπουρδέλο!» φωνάζει ξαφνικά και στρέφει στον απορημένο Φώτη. «Φύγε, πάρε δρόμο, τράβα να χαρείς όσο καλοκαίρι απόμεινε! Αϊ σιχτίρ πια όλοι τους!»

Κι ο Φώτης ζαλίζεται από την απρόσμενη απόφαση. Κέρδισε σε μια αόρατη λοταρία μια στιγμή ανέλπιστης ευτυχίας και τσακίζεται να φύγει.

Ο Μηνάς είναι κλεισμένος μια βδομάδα τώρα στο διαμέρισμά του. Δεν μιλάει με κανένα, δεν ανοίγει τα παντζούρια, τρώει ό,τι βρίσκει πρόχειρο στο ψυγείο. Αλλά σήμερα ανοίγει διάπλατα τα παράθυρα, να μπει φως να αεριστεί το σπίτι, η Άννα, η αδελφή της Φιλιώς φέρνει τα παιδιά από την εξοχή σπίτι.

Τα κορίτσια του ορμούν να τον αγκαλιάσουν, με γέλια και χαρές κι εκείνος τα αρπάζει και τα στριφογυρίζει με ενθουσιασμό.

«Αγάπες μου» λέει, «αγάπες μου!».

Η Άννα, με δισταγμό ρωτάει αν τη χρειάζεται να μείνει, να φροντίσει τα κορίτσια, να φροντίσει το σπίτι για όσο καιρό χρειάζεται. Ελπίζει να είναι χρήσιμη, θα το ‘θελε πολύ να της ζητήσει να μείνει, θεωρεί ότι η αδελφή της έκανε ένα τρομακτικό λάθος να αφήσει αυτόν τον άντρα, πάντα ένιωθε μια βαθιά συμπάθεια γι’ αυτόν, αλλά αυτή ήταν η αδιάφορη, η άσχημη αδελφή, η Φιλιώ ήταν πάντα το κεντρικό πρόσωπο της προσοχής των αντρών, η Άννα μεγάλωσε στη σκιά της αδελφής της.

Αλλά ο Μηνάς την ευχαριστεί, όχι δεν είναι ανάγκη, θα τα καταφέρει μόνος του, να είναι καλά, της είναι υποχρεωμένος που έφερε τα κορίτσια.

Το βράδυ έρχεται, νιώθει εξουθενωμένος, τα κορίτσια έχουν αράξει στην τηλεόραση, είναι ώρα να τα βάλει για ύπνο, υπάκουα η μεγάλη, με αντιστάσεις η μικρή, πηγαίνουν στα κρεβάτια τους.

«Μπαμπά, πότε θα γυρίσει η μαμά;» ρωτάει η μικρή.

«Σκάσε!» της λέει η μεγάλη, «Άσε το μπαμπά ήσυχο!»

«Μπαμπά, θα μας τραγουδήσεις τα καβουράκια;» ζητάει η μικρή.

«Ναι, ναι, τα καβουράκια!» συνηγορεί και η μεγάλη.

Είναι το αγαπημένο τους τραγουδάκι, που τις νανουρίζει και κουρνιάζουν στην αγκαλιά του.

Και ο Μηνάς, με την παράφωνη φωνή του, και μ’ ένα λυγμό που προσπαθεί να κρύψει, αρχίζει: «Στου γιαλού, στου γιαλού τα βοτσαλάκια…»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s