Χρυσόψαρα στη γυάλα

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 54 – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017

Γράφει ο Γιώργος Μπαζίνας

Άντε πάλι από την αρχή. Αυτή η ιστορία κάθε χρόνο αρχίζει να γίνεται εκνευριστική. Στο ίδιο έργο θεατές, παιγμένο και ξαναπαιγμένο αμέτρητες φορές, εύκολοι πελάτες που εκπλήσσονται ευχάριστα με το θαύμα της θείας γέννησης, ενθουσιάζονται άνευ λόγου με ένα ρολόι που χτυπάει δώδεκα, και κάνουν αισιόδοξα σχέδια για τη νέα χρονιά που κατά κανόνα διαψεύδονται: θα κάνω δίαιτα, θα κόψω το τσιγάρο, θα βρω κοπέλα, αγόρι, δουλειά, δανεικά, σπίτι, θα καταπατήσω μια δασική έκταση, θα γιαουρτώσω έναν έγκριτο δημοσιογράφο…

Όλα τα καλά χωράνε στο καλάθι του χρόνου, εμείς μόνο λιγοστεύουμε ως προς το προσδόκιμο της ζωής μας, και όσο για εκείνες της αυταπάτες περί ευτυχίας στρίψανε σε λάθος γωνία και τις χάσαμε δια παντός. “Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όσο εμείς είμαστε απασχολημένοι αλλού” είπε ο Τζον Λένον και είναι μια σπουδαία κουβέντα που δεν είχα χρόνο να την σκεφτώ και πολύ καλά γιατί πάντα είχα ένα σωρό δουλειές να κάνω και….

Αλλά αυτές είναι σκέψεις ενός πικρόχολου ανθρώπου, ντρέπομαι που το λέω αλλά νομίζω ότι έγινα κι εγώ σκε-πτι-κι-στής (με συλλαβισμό υπογράμμισης), σαν τον μεγάλο μου αδερφό, που τέτοια εποχή έλεγε ότι προσβάλλεται η λογική του και ότι αρνείται να γιορτάσει Χριστούγεννα και να φάει ένα πτώμα αθώου ζώου σφαγιασθέντος επί τούτου. Για την ακρίβεια, προς μεγάλη απελπισία της μαμάς και παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος του μπαμπά, διακήρυττε διαπρύσια ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι καμιά εξαιρετική περίσταση. Πρόκειται απλώς για τη γέννηση ενός εξώγαμου τέκνου αγνώστου πατρός σε έναν στάβλο στη Βηθλεέμ. Και η προαγγελία του γεγονότος από φλύαρους προφήτες δεν ήταν και πολύ σοφή ή λογική, γιατί αυτό είχε ως συνέπεια να σφαγιαστούν προς τιμή τού γεγονότος χιλιάδες βρέφη από τον προβλεπτικό Ηρώδη τον Περιβόητο. Και πρόσθετε σαρκαστικά, πως ο μικρός Ιησούς θα μεγάλωσε χωρίς συνομήλικους και αυτό ενδεχομένως να εξηγεί τη μεγαλομανία του περί την καταγωγή του. Και τέλος αυτή η ιστορία μόνον μελαγχολικές σκέψεις τού φέρνει (και ανατριχίλες) διότι, όπως φαίνεται, όλα αυτά ανοίγουν την όρεξη των Χριστιανών που κατασπαράσσουν εκατομμύρια γαλόπουλα και άλλα αθώα ζωντανά για να εορτάσουν την επί γης ειρήνη και άλλα παρόμοια ανειλικρινή, απωθητικά υποκριτικά σαν χριστουγεννιάτικο δωρεάν γεύμα της Εκκλησίας σε φτωχούς.

Ο Αντίχριστος!” φώναζε η μαμά. “Μπήκε ο διάολος μέσα στο παιδί μου! ”

“‘Όχι μαμά, απλώς σκεπτικιστής!” της έλεγε εκείνος. “Σκε-πτι-κι-στής!” τόνιζε και η λέξη καρφωνόταν με την ακατάληπτη σημασία της στο μυαλό μου. Και χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να εμπεδώσω -εν μέρει- τη σημασία της.

Κόψε την πάρλα και φάε το αρνάκι σου!” έλεγε ο μπαμπάς και η κουβέντα έληγε.

Εγώ πάλι, ήμουν μικρός κι αθώος, νόμιζα πως ήμουν εξαιρετικά τυχερός που γεννήθηκα σ’ αυτή τη χώρα. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί ατυχείς που γεννήθηκαν σε λάθος χώρα και ως εκ τούτου στερούνται τη χάρη και τη δύναμη ψυχής που μας προσφέρει η ορθοδοξία μας, που, ως γνωστόν, είναι η μόνη σωστή και αγία εκκλησία, η γνήσια έκφραση της χριστιανικής πίστης και όλοι οι άλλοι είναι βαθιά πλανημένοι. Και είναι ορθότατη και προβλεπτική η τελετή βάπτισης από νηπιακής ηλικίας, για να μην έχει κανείς δικαίωμα επιλογής, διότι, βεβαίως, το δικαίωμα επιλογής, ως γνωστόν, σκοτεινιάζει το νου και συχνά οδηγεί σε λάθος αποφάσεις. Και ακόμα περισσότερο, θεμελιώδες επιχείρημα που μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα στο παιδικό μου μυαλό, είναι το δημοσιογραφικά αποδεδειγμένο γεγονός, μια μεγάλη συντριπτική αλήθεια που φανερώνει την ορθότητα της οδού της ελληνορθοδοξίας. Έχει αποδειχθεί περίτρανα, με την αφή της άγιας φλόγας κάθε Μεγάλο Σάββατο, όπου αποκλειστικά και μόνον στον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη λαμπαδιάζει ως εκ θαύματος το κερί, όταν μπαίνει στο ιερό κουβούκλιο στον ναό της Αναστάσεως. Κανενός άλλου. Ούτε Ρώσοι, Βούλγαροι, Άραβες, Αρμένιοι ομόθρησκοί μας είχαν την τιμή και το προνόμιο να λάβουν από την πηγή το ανέσπερο φως, κανένας άλλος. Εκεί στη σειρά, να περιμένουν να λάβουν το φως από τον Ορθόδοξο Πατριάρχη Ιεροσολύμων, τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι οι παπικοί, αυτοί οι άθλιοι αιρετικοί δεν τολμούν να πλησιάσουν το ιερό κουβούκλιο. Αυτοί οι άτιμοι, άκουσον-άκουσον, υποστηρίζουν οι ξετσίπωτοι ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο εκ του πατρός αλλά και του Υιού, ανοησίες αισχρές που σκοτεινιάζουν το μυαλό του καλού Χριστιανού, που έχει περισσότερο ανάγκη από ποτέ να έχει οδηγό την ορθόδοξη πίστη. Άσε που δεν κάνουν το σταυρό τους με τρία δάχτυλα ενωμένα, αλλά αλλόκοτα με τα δάχτυλα να κάνουν κάτι ακροβατικά. Αν είναι δυνατόν! Και μην πιάσω στο στόμα μου τους άλλους αιρετικούς, προτεστάντες, αγγλικανούς, ευαγγελιστές και κάθε άλλου είδους εσμούς που κατάντησαν να κάνουν ιερείς γυναίκες, αν είναι δυνατόν! Τις γυναίκες! Που η τιμημένη μας εκκλησία θεωρεί με σαφήνεια ότι είναι δυνητικά ανήθικες εκ γενετής, γι’ αυτό το λόγο τα κοριτσάκια ευλογούνται όταν σαραντίζουν έξω από το ιερό, ενώ τα αγοράκια μέσα. Οι γυναίκες είναι μιαρές, δεν επιτρέπεται να διαβούν την πόρτα του ιερού. Τα λέει όλα η βίβλος επί τούτου. Πώς να το κάνουμε! Ο Θεός, πανάγαθος και παντογνώστης, ήταν κατηγορηματικός: Έπλασε με θεϊκή πρώτη ύλη, εκ του μηδενός τον Αδάμ και για να έχει κάποια να τον υπηρετεί, εκ των πλευρών του, έφτιαξε και την Εύα και αυτή είναι η υπαίτια, η ηθική αυτουργός του προπατορικού αμαρτήματος. Κακώς επωμιστήκαμε το προπατορικό αμάρτημα εμείς οι άντρες. «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα» που είπε και ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, την εποχή που αναζητούσε σύζυγο και φλέρταρε την Κασσιανή. Κι εκείνη, το αγενές γύναιο, τόλμησε να του αυθαδιάσει: «Αλλ’ ως εκ γυναικός πηγάζει τα κρείτω»! Γυναικείες σαχλαμάρες, που φυσικά τις πλήρωσε ακριβά. Η αυθάδειά της απώθησε τον Θεόφιλο και διάλεξε άλλη για γυναίκα του, κι αυτή απόμεινε με το τροπάριό της να μας θυμίζει την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Και ο Ιησούς μας δώδεκα μαθητές είχε, όχι μαθήτριες, άντρες με τα όλα τους, (εκτός από τον Ιούδα φυσικά) παντελονάτους όπως θα λέγαμε σήμερα. Δεν ήξερε τι έκανε;

Όλα αυτά με σαφήνεια και πραότητα μας τα είχε κοινωνήσει στο κατηχητικό, ο σεβάσμιος εφημέριός μας, αλλά και στο σχολείο ο ευρυμαθής δάσκαλός μας, μας δίδαξε και μας εμπέδωσε τη βαθιά πίστη που πρέπει να έχει ο καλός Χριστιανός, με το αγλαό παράδειγμα του γλυκύτατου Ιησού πάντα μπροστά μας να μας οδηγεί. Οφείλω να πω ότι ήμουν χριστιανόπουλο με τα όλα μου, ένα παιδί χαρά γεμάτο και πανέτοιμος να αγωνιστώ για την ιερή μας πίστη. Έτσι, μαζί με τα άλλα χριστιανόπουλα, μαζέψαμε σβουνιές αλόγων που υπήρχαν άφθονες στον καρόδρομο που οδηγούσε στα περιβόλια και πήγαμε και τις πετάξαμε στην αυλή μιας αντίχριστης οικογένειας, στη γειτονιά μας. Ήταν ιεχωβάδες, απαίσιοι αιρετικοί, τι λέω, χειρότεροι και από αιρετικούς. Δε μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα, ειδικά όταν βγήκε στην αυλόπορτά της η κυρά-Θοδώρα και με κοίταξε με τα λυπημένα της μάτια, σιωπηλά και καρτερικά. Με γνώριζε, ήμουν συμμαθητής με το γιο της τον Γρηγόρη. Δεν ξέρω, ένιωσα μια παράξενη ντροπή, γιατί στην αυλή τους είχαν δυο μεγάλες κορομηλιές, που κάθε καλοκαίρι κάρπιζαν με γλυκύτατα κορόμηλα, η μια κίτρινα, η άλλη κατακόκκινα, και είχαμε το ελεύθερο να κόβουμε και να τρώμε όσα τραβούσε η όρεξή μας. Αλλά τι φταίω εγώ που αυτοί ήταν αντίχριστοι! Κι εκείνος ο Γρηγόρης, μια χαρά παλικάρι, ένας λεβέντης μέχρι κει πάνω, αρνήθηκε να πάρει όπλο όταν πήγαμε φαντάροι, δεν του το επιτρέπει η πίστη του έλεγε, τι λες ρε μαλάκα, τον σάπισαν στο ξύλο στο κέντρο εκπαίδευσης, μετά χαθήκαμε, έμαθα ότι του είχαν φορτώσει επιεικώς 10 χρόνια φυλακή, ευτυχώς δηλαδή γιατί παλιότερα μοίραζαν γενναιόδωρα τα 20, και πιο παλιά τους εκτελούσαν, δεν ξανάκουσα γι’ αυτόν.

Με το μικρό μου μυαλό, που ωστόσο το φώτιζε η πίστη, ήμουν ένα άτομο ευτυχισμένο. Τα εγκόσμια δεν μ’ ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αφού όλοι μας είχαμε έναν ανώτερο σκοπό. Ωστόσο, στενοχωριόμουν που αυτή την αγία ορθόδοξη πίστη μοιραζόμασταν μόνο το 4% του γήινου πληθυσμού, ενώ οι αναθεματισμένοι παπικοί, προτεστάντες, ευαγγελικοί, και άλλοι αιρετικοί μαζί με τους εντελώς αλλόθρησκους ισλαμιστές, και τους βαρβαρόπιστους βουδιστές, ινδουιστές, και πλήθος άλλων αλλόκοτων πεποιθήσεων λαών, αποτελούν το υπόλοιπο 96%.

Από τη μια μεριά στενοχωριόμουν, αλλά απ’ την άλλη, σκεφτόμουν ότι προφανώς υπάρχει λιγότερος ανταγωνισμός για μια θέση στον παράδεισο. Πράγμα που με έκανε αισιόδοξο για το μέλλον μου στον άλλο κόσμο. Και συμπέραινα, με μια σχετική χαιρεκακία, ότι θα γίνεται το αδιαχώρητο στην κόλαση.

Σήμερα, μου λείπει εκείνη η ανέφελη πίστη και η εμπιστοσύνη στην άγνοιά μου, μια άγνοια που ήταν απολύτως χρηστική για να αντιμετωπίσω κάθε δυσεπίλυτο πρόβλημα και να παραμερίσω κάθε ενοχλητική αμφιβολία που εμφανιζόταν μπροστά μου. Τώρα, είμαι ένας μπερδεμένος, σκοτεινιασμένος άνθρωπος. Και ακόμα χειρότερα, ένα προβληματισμένο άτομο, που δεν έχει πού να ρωτήσει για να του λυθούν αναπάντητα ερωτήματα, καθώς βλέπω τη ζωή των πολλών να μιζεριάζει στη φτώχεια, την ανισότητα να γιγαντώνεται, το κράτος να γίνεται όλο και πιο αυταρχικό και αδυσώπητο, να πληθαίνουν τα καραβάνια των απελπισμένων που αναζητούν στον ήλιο μοίρα, εκατομμύρια παιδιά να πεθαίνουν από ασιτία, οι πόλεμοι να έχουν λαμπαδιάσει την υφήλιο, οι κατέχοντες να υπερασπίζονται με ιδιαίτερη αγριότητα το έχειν τους και η «επί γης ειρήνη» να μην είναι ποτέ στην ατζέντα των ισχυρών.

Για κάποιον παράξενο λόγο, αυτές τις γιορτινές μέρες, εκτός από τη διάθεση να ξοδέψω λεφτά που δεν έχω, επανέρχεται στη μνήμη μου ο αδερφός μου να λέει, σκασμένος στα γέλια, το αγαπημένο του ανέκδοτο, το οποίο δεν κατάλαβα τότε, μου διαφεύγει το ακριβές νόημά του σήμερα:

Ένα χρυσόψαρο ρωτάει το σύντροφό του στη γυάλα: Δε μου λες, υπάρχει θεός;

Κι εκείνος: Τι ρωτάς, ρε ηλίθιε! Φυσικά υπάρχει. Ποιος νομίζεις ότι μας ταΐζει κάθε μέρα;

Advertisements